ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΙΗΤΗ ΧΡΗΣΤΟ ΚΕΡΑΜΙΔΗ

Ελλάδα Πολιτισμός

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΕΡΑΜΙΔΗ

 

Ο ποιητής Χρήστος Κεραμίδης, έδωσε συνέντευξη στον Γιάννη Μάλλιο, και μίλησε για τον ρόλο της ποίησης στη σκληρή για όλους μας εποχή της κρίσης, ισχυριζόμενος ότι ο προορισμός της είναι, εκτός από τους αισθητικούς κανόνεςπου θα πρέπει να υπηρετεί, να καταγγέλλει υπαινικτικά, οτιδήποτε οδήγησε και οδηγεί στην ανασφάλεια και ερήμωση αυτού του τόπου.

Είναι μια ποίηση εξομολογητική που, όμως, κρύβει μέσα της την οδυνηρή αθωότητα της προσδοκίας.

Οι ποιητές που επηρέασαν τον Χρήστο Κεραμίδη είναι όλοι εκείνοι οι «ερημίτες» του Λόγου, που έσκαψαν μέσα τους βαθιά ή τόλμησαν να κοιτάξουν την τρομερή θέα της αβύσσου.

Δεν τους κατονομάζω, λέει… Είναι οι κρυφοί μου φίλοι! Εκείνοι που υπήρξαν πραγματικά πλούσιοι από μία ιδιαίτερη γνώση, που τους χάρισε η πρωταρχική νόηση— η νόηση των υψηλών αισθημάτων.

Ανάφερε, ακόμα, πως η ποίηση μπορεί να γίνει το όχημα της πιο βαθιάς πνευματικότητας, έχει όμως την υποχρέωση να συγκινεί τους αναγνώστες, ακολουθώντας τους  βηματισμούς της ψυχής.

Ισχυρίζεται πως η ποίηση δε νομοθετείται, πως είναι μια τέχνη μυστηριώδης, όπως και η μουσική και ίσως και περισσότερο.

Πιστεύει  ότι η επιστήμη και η σκέψη καθορίζουν την Πράξη.

Η Ποίηση, όμως, προηγείται της Πράξης αγγίζοντας το Άγνωστο!

 

 

 

 

 

 

 

 

1—Στην εποχή της κρίσης ο ρόλος της ποίησης ποιος μπορεί να είναι;

Πράγματι, μπαίνουμε σ’ ένα επικίνδυνο και σαθρό σύστημα ζωής. Ο τόπος μας ερημώνεται. Η ομορφιά εξαντλείται. Τον πρώτο λόγο έχουν τώρα οι  άσχετοι και οι γελωτοποιοί. Τα παιδιά μας, είναι παιδιά εξόριστα, λυπημένα, και οι φωνές τους χάνονται μέσα στη σιωπή. Μοιάζουν με πεζοπόρους που εγκαταλείπουν ηττημένοι, βηματίζοντας σε μια πορεία ατέρμονη.

Στην εποχή αυτή, η ποίηση,έχει την υποχρέωση  να καταγγείλει τη χυδαιότητα, τη μιζέρια,την εξαθλίωση, το πολιτικό ψεύδος και την υποκρισία. Να μην παραμείνει παθητική και ουδέτερη.

Να επαναστρέψει τη ζωή στην αληθινή της κοίτη, να σταματήσει το φαρμάκωμα των «καθαρών» νερών και την αδίστακτη υπονόμευση του πολιτισμού στην πατρίδα μας. Να μπορούν,επιτέλους, οι πολίτες να κοιτάζονται καταπρόσωπο χωρίς να ντρέπονται.

 

2—Πως βλέπετε την πνευματική κίνηση της Καβάλας;

Είχε και έχει, ακόμα, σπουδαίους δημιουργούς, και  μια ανταπόκριση από τους πολίτες αρκετά σημαντική. Ακόμα και σήμερα, πιστεύουν στο πανελλήνιο, ότι η προσφορά της πόλης μας στον πολιτισμό υπήρξε μεγάλη και σοβαρή.

Εκείνο που τους χαρακτηρίζει ιδιαίτερα, είναι, δυστυχώς, η μοναχική πορεία τους. Μόνο με την αγάπη και τη καλή συνεργασία όλων, νομίζω, ότι τα αποτελέσματα θα γίνουν ακόμη πιο θεαματικά!

 

3—Ποιο είναι το μήνυμα της ποίησης του Χρήστου Κεραμίδη;

Η ποίηση αρχίζει να διατρέχει τον καθημερινό άνθρωπο, από τη στιγμή που αγαπά αυτό που ακούει ή βλέπει, χωρίς να αισθάνεται την έντονη ανάγκη να το κατανοήσει. Όμως, δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερη, μπροστά στη φρίκη και την εξαθλίωση. Γι αυτό κι εγώ δεν ακροβατώ με τις λέξεις. Ξέρω ότι στο παρασκήνιο πάντα συμβαίνει μια θυσία. Μια θυσία που δεν ομολογείται και δεν θέλουν να αποκαλυφθεί. Και τη μεταμφιέζουν συχνά σε θρίαμβο. Δεν μπορώ ν’ αντέξω τη σιωπή  που μοιάζει με συνενοχή. Υπαινίσσομαι.Δεν περιγράφω. Οι λέξεις μου παίρνουν ενέργεια από την ψυχή , έχουν δική τους ζωή…δική τους δικαιοσύνη. Είναι μια ποίηση εξομολογητική που κρύβει μέσα της την οδυνηρή αθωότητα της προσδοκίας.

4—Ποιοι ποιητές, σας έχουν επηρεάσει και γιατί;

Όλοι όσοι, Έλληνες ή ξένοι, είχαν κάτι καινούργιο να πουν, χαράζοντας  τους δρόμους μια νέας προοπτικής  που, για την εποχή τους, παρέμενε ακόμα σκοτεινή. Αυτοί είναι και οι μυστικοί μου φίλοι. Τα ονόματά τους τα επαναλαμβάνω μέσα μου κρυφά. Είναι όλοι εκείνοι οι «ερημίτες» που έσκαψαν μέσα τους βαθιά ή τόλμησαν να κοιτάξουν την τρομερή θέα της αβύσσου. Δεν τους κατονομάζω. Είναι οι κρυφοί  μου φίλοι!…

 

5—Η Ποίηση έχει στόχο το συναίσθημα ή τη λογική;

Σε ένα ωραίο ποίημα, πάντα θα παραμένει ένα κομμάτι μουσικής, πάνω από τη συλλογιστική του.

Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα, ότι ο ήχος(μουσική) και το νόημα θα  πρέπει να συνυπάρχουν και να μην αντιμάχονται. Να υπάρχει αυτός ,ο «παρατεταμένος δισταγμός» των αγγιγμάτων. Τότε μόνο ο ποιητής έχει το προνόμιο να κυβερνά το τρομερό πηδάλιο της δημιουργίας. Τότε μόνο μπορεί και ανακαλεί ό, τι πιο πολύ αγάπησε για να το  επιστρέψει μέσα του, σα μια απρόσβλητη, αδιάψευστη αλήθεια.

Η ποίηση μπορεί να είναι το όχημα, της πιο βαθιάς πνευματικότητας, έχει όμως την υποχρέωση να συγκινεί τους αναγνώστες, να έχει βηματισμούς ψυχής! Δε νομοθετείται. Είναι μια τέχνη μυστηριώδης όπως και η μουσικήκαι ίσως περισσότερο. Η επιστήμη και η σκέψη καθορίζουν την πράξη. Η ποίηση προηγείται της πράξης αγγίζοντας το άγνωστο!

 

 

6—Με την ποίηση μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα;

Η ποίηση δεν μπορεί να ανατρέψει την πραγματικότητα, ανατρέπει όμως τις λογικές που τη στηρίζουν, επειδή είναι η μόνη ανθρώπινη, δημιουργική πράξη που προσεγγίζει, σε βαθμό επικίνδυνο, τον άρρητο κόσμο, τον κόσμο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Για το λόγο αυτό είναι πολύ πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση ή στον Θεό, ομοούσια με την άρρητη δύναμη της Δημιουργίας.

7—Σήμερα, με την οικονομική κρίση που υπάρχει, θα μπορούσε το Ιντερνέτ να δώσει μια διέξοδο στους παλιούς και νέους ποιητές;

Πιστεύω ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εναλλακτική πρόταση για την προβολή, ιδιαίτερα, των νέων δημιουργών, αν κι εγώ παραμένω, ακόμα, πιστός λάτρης της έντυπης μορφής. Στο Ίντερνετ, υπάρχει χώρος για όλους, είναι πολύ πιο ανοικτό,με ευκολία πρόσβασης ακόμη και σε ανθρώπους που, δυστυχώς, δεν έχουν τις ικανότητες ή την καλή πρόθεση.

8—Ποιο είναι το αγαπημένο σας ποίημα;

Είναι του Νίκου- Αλέξη Ασλάνογλου, από τη συλλογή του «Ο δύσκολος θάνατος»

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές

και με φώτα

να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτό τον παράξενο κόσμο

δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα

που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου

9—Ποιο είναι το ερέθισμα για να γράψετε ένα ποίημα;

Ο ποιητής γράφει μέσα από συνεχείς μεταπτώσεις, ενοχές, ταπεινώσεις και παραβάσεις. Αυτός είναι ο κόσμος του. Κάποια ισχυρά ερεθίσματα, όπως η βίωση ενός συγκλονιστικού γεγονότος, η ανάγνωση ενός κειμένου, η μουσική, το κάλεσμα στην αθωότητα των παιδικών του χρόνων, μπορούν να λειτουργήσουν ως σπινθήρες της έμπνευσης. Δεν φτάνει όμως μόνο αυτό. Πρέπει να αποκτήσει τη δική του φωνή, τη δική του ταυτότητα. Τι καινούργιο φέρνεις; Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Όταν η ποίηση είναι ψεύτικη, κατασκευασμένη, δεν αγγίζει κανένα. Αυτόματες καταγραφές, λέξεις που δεν τις βρίσκεις πουθενά, εντυπωσιασμοί ανώφελοι. Η ποίηση είναι απλή. Θέλει μεγάλη «μαστοριά», μέσα από την απλότητα να βγάζεις μουσική και νόημα. Η αλήθεια του ποιητή είναι ελεύθερη, περήφανη και τρομερή, μεγάλη και ερημική. Οι στοχασμοί του δεν πλέουν σε θάλασσες ρηχές. Κατεβαίνουν μέχρι τα τρομερά βάθη της αβύσσου.

10—Γιατί στην εποχή που ζούμε δεν έχει δημιουργηθεί ένα καινούργιο καλλιτεχνικό ρεύμα;

Παλιά υπήρχαν διάφορα ρεύματα που κατά κάποιο τρόπο βοηθούσαν να μιλήσεις γι αυτήν. Σήμερα δεν μπορείς να κατηγοριοποιήσεις έναν ποιητή ως ρομαντικό, ερμητικό, συμβολιστή ή υπερρεαλιστή. Κανείς δεν αναγνωρίζεται σήμερα κάτω από αυτούς τους ορισμούς. Σήμερα οι ποιητές μοιάζουν μόνο  με τους εαυτούς τους. Ανοίγονται πολλαπλοί χώροι και δυνατότητες. Υπάρχει μια προσωπική και απόλυτα ελεύθερη έκφραση που , από μέσα της, ελπίζουμε κάτι καινούριο να ξεπηδήσει…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Βρήκα τη δύναμη να φύγω

γλιστρώντας σε ποταμούς

που κύλησαν δίπλα μου αμίλητοι.

Βρήκα τη δύναμη

να φυλάξω

εκείνο μόνο το υπέροχο ποίημα

που πάντα θα με ξεπερνά

και πάντα θα μου διαφεύγει.

 

Εξάλλου

από τα λιγοστά μου πράγματα

δεν ήθελα τίποτε πλέον

να κρατήσω.

 

Είναι δύσκολο, βλέπεις, το παιχνίδι

των επιλογών.

 

 

ΑΝΑΧΩΡΗΤΕΣ

 

Πόσες φορές δεν μπλέξαμε με τους εαυτούς μας

μέσα στους αναχωρητές

ταξιδιώτες μιας άλλης Γεωγραφίας ανοιχτών πελάγων

κι έναστρου ουρανού.

Μ’ αυτούς που θέλησαν να πλησιάσουν,

τα βάθη του πορφυρού ορίζοντα,

γυρεύοντας τόπους και πολιτείες ονειρικές.

Και να ‘ναι τα μεγάλα πλοία έτοιμα για να σαλπάρουν

φωταγωγώντας τα κάλλη τους.

Και να ξανοίγονται, σφυρίζοντας υποσχέσεις

για νυχτερινές φιέστες

πάνω στις νοτισμένες γέφυρες.

Και να ‘χουν τα ρούχα μας τη μυρωδιά από εκείνο το

φτηνό,

αλλά τόσο γνώριμο άρωμα των λιμανιών.

Και να ‘ναι οι κινήσεις μας απλές,

κινήσεις ζωής,

δικαιωμένες μέσα στους ανώνυμους θαλάσσιους δρόμους.

Και να μιλούμε με μικρές,

καθαρές κουβέντες,

έχοντας στρέψει το πηδάλιο,

στο βασικό πλέον αντικείμενο.

 

 

 

ΑΓΓΙΓΜΑ

 

Τώρα που οι λέξεις χάνουν

την αγωνία τους

αγγίζω τις πέτρες

και δεν τις παρατηρώ·

τις βάζω στο μικρό μου τσεπάκι.

 

Μέσα από τζάμια θολά

βλέπω προβλήτες καραβιών

χερόδετα αφημένα παραγάδια

και πάνω τους

τυραννισμένα χέρια από πληγές·

ίσως είναι τα χέρια του πατέρα!

 

Απροστάτευτος πλέον

αγγίζω τους βράχους

χαράζοντας προσευχές και ονόματα.

 

 

ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

 

Πάντα θα θυμάσαι τη νύχτα εκείνη

που γύρευες να βρεις

κομμάτια από το χαμένο σου εαυτό.

Τους φάρους τους μακρινούς,

τα πλοία που έμπαιναν

φωταγωγημένα στο λιμάνι.

 

Την ομίχλη

που σκέπαζε βαριά

τα λησμονημένα όνειρα.

 

 

 

ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΦΥΡΙΓΜΑ

 

Όταν οι δέσμες από αχνό φως,

πλαγιάσουν πάνω στη σκιερή

επιφάνεια των πεύκων.

 

Και σύννεφα χρυσά

τρέξουν στις βουνοκορφές.

 

Όταν  το σκοτάδι  θα καταργεί

την λάμψη του ορίζοντα

με ιριδισμούς παράξενους.

 

Πάντα ένα καράβι

θα γλιστρά απ’ το λιμάνι

χωρίς αποχαιρετισμούς.

 

Χωρίς δάκρυα.

Μόνο με το δικό του

σφύριγμα.

 

Το τόσο γνώριμο σε μένα!

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *