21 ΑΠΡΙΛΙΛΙΟΥ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΜΑ

Ελλάδα

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΗΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Στις 21 Απριλίου 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, με τη συμμετοχή του ταξίαρχου τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου, όπως και άλλων αξιωματικών του στρατού ξηράς, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμαζαν «εθνοσωτήριο επανάσταση» ή «Επανάσταση της 21ης Απριλίου». Την πράξη τους, οι πραξικοπηματίες δικαιολόγησαν ως απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί αναρχία την οποία σχεδίαζαν κεντροαριστερές ομάδες[1], υποστηρίζοντας ότι έχουν τρανταχτές αποδείξεις, τις οποίες όμως ποτέ δεν παρουσίασαν. Το δημοκρατικό πολίτευμα καταλύθηκε και στην χώρα επιβλήθηκε δικτατορία η οποία κράτησε για επτά χρόνια. Στις 24 Ιουλίου 1974, η ξαφνική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο ανάγκασε το καθεστώς της Χούντας του Ιωαννίδη ο οποίος είχε ανατρέψει τον Παπαδόπουλο, να εγκαταλείψει την εξουσία. Η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, με το Δ΄ ψήφισμα στις 8 Ιανουαρίου 1975 χαρακτήρισε την κίνηση της 21ης Απριλίου 1967 πραξικόπημα. Οι τρεις πρωταίτιοι καταδικάστηκαν σε θάνατο ως στασιαστές, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια με απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή.

Προηγούμενο γενικό πολιτικό πλαίσιο

Μετά τον Εμφύλιο του 1946-49 ήταν διάχυτος ο φόβος της επικράτησης του κομμουνισμού παρά την ήττα του ΔΣΕ και την εξορία των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Οι κυβερνήσεις λάμβαναν μέτρα όπως η απαγόρευση του ΚΚΕ, η εκτόπιση αντιφρονούντων κ.λπ. Ορισμένοι αξιωματικοί στο στρατό, στην αστυνομία/χωροφυλακή, στην ΚΥΠ και αλλού θεωρούσαν ότι οι πολιτικοί δε λάμβαναν αρκετά μέτρα ή ότι δεν ήταν αρκετά ικανοί να αποτρέψουν τον κίνδυνο και είχαν ουσιαστικά αυτονομίσει τη δράση τους, δημιουργώντας το λεγόμενο «παρακράτος». Δημιουργήθηκαν ομάδες αξιωματικών, οι οποίες συνέρχονταν και αποφάσιζαν κοινή δράση χωρίς να λογοδοτούν ή να ελέγχονται από την πολιτική ηγεσία. Ταυτόχρονα με ψευδείς εκθέσεις ή με προβοκάτσιες προσπαθούσαν να πείσουν ότι η αριστερά είχε οργανωμένη δράση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κυβερνήσεις της εποχής κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60 δε στάθηκε δυνατόν να ελέγξουν αυτούς τους παρακρατικούς μηχανισμούς είτε διότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του κινδύνου για τη δημοκρατία, είτε διότι πολλές φορές τα ανάκτορα παρενέβαιναν υπέρ τους, νομίζοντας ότι οι παρακρατικοί είναι ως επί το πλείστον ορκισμένοι φιλομοναρχικοί. Δείγματα της δράσης των παρακρατικών ήταν το σχέδιο «Περικλής», ως ένα βαθμό η «βία και νοθεία» στις εκλογές του 1961 και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963.

Η δράση των αντιδημοκρατικών ακροδεξιών ομάδων αυτών εντάθηκε μετά τη νίκη στις εκλογές του 1963 της Ενώσεως Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήταν μεν αντικομμουνιστής, πίστευε όμως ότι η πολιτική διώξεων κατά των κομμουνιστών μάλλον τους ενίσχυε παρά τους αποδυνάμωνε. Οι πραξικοπηματίες φοβούνταν την πιθανότητα νέας νίκης της Ενώσεως Κέντρου στις προσεχείς εκλογές. Μια νίκη της θα σήμαινε ενίσχυση της πτέρυγας του Ανδρέα Παπανδρέου και πιθανή κάθαρση του στρατεύματος από τα υπερδεξιά στοιχεία. Μια τέτοια κάθαρση αναμφισβήτητα θα περιλάμβανε πολλά από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος. Η προηγούμενη προσπάθεια ελέγχου του στρατεύματος από την κυβέρνηση είχε καταλήξει σε σύγκρουση με τα ανάκτορα και την Αποστασία του 1965. Αν η Ένωση Κέντρου επανεκλεγόταν, η παρέμβαση των ανακτόρων θα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Την ίδια στιγμή οι αντιαμερικανικές δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η χείρα φιλίας που έτεινε προς την ΕΔΑ και οι προτροπές του για ενίσχυση της φιλίας με τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας είχαν θορυβήσει όλους τους δεξιούς θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων και των Αμερικανών. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Γ. Παπανδρέου ο Α. Παπανδρέου διαφαινόταν ως ο διάδοχός του σε περίπτωση νίκης στις επερχόμενες εκλογές.

1966: Η πορεία προς τη δικτατορία

Η εκρηκτική πολιτική ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία έληξε το μοιραίο για τη δημοκρατία 1965, πυροδοτήθηκε εκ νέου από τον βασιλιά Κωνσταντίνο πριν καν μπει ο καινούργιος χρόνος. Στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του για το 1966, ο νεαρός μονάρχης δήλωσε ότι «ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα γεννηθέν έξω της Ελλάδος, εμπνεόμενον και κινούμενον έξωθεν. Ηθική του είναι το ψεύδος και η προδοσία. Μολύνει και καθιστά ανύποπτον εχθρόν της Πατρίδος πάντα ερχόμενον εις επαφήν με αυτόν, άτομον ή ομάδα, πάντα καλόν Έλληνα, μη διαβλέποντα τον κίνδυνον«.

«Δια του κειμένου αυτού ο βασιλεύς τοποθετείται όχι απλώς και ανεπιτρέπτως πολιτικώς, ως αρχηγός τής πλέον εξάλλου μερίδος της κοινωνικής αντιδράσεως, αλλά και ως αρχηγός σταυροφορίας εναντίον μεγάλου τμήματος του λαού, χρησιμοποιών φρασεολογίαν… όζουσαν γραφίδος «σοβιετολόγου»… Προκαλεί εις εσωτερικήν ανωμαλίαν απροσδιορίστου εκτάσεως και εκβάσεως, εις κάθε περίπτωσιν ολεθρίαν δια την χώραν» υπογραμμιζόταν σε επερώτηση που κατέθεσε στις 4 Ιανουαρίου του 1966 η Ε.Δ.Α.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος

«Βαρύ λάθος» χαρακτήρισε το βασιλικό διάγγελμα και η Ένωσις Κέντρου, ενώ ακόμη και ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτης Κανελλόπουλος τόνισε στις 18 Ιανουαρίου, όταν η επερώτηση συζητήθηκε στη Βουλή: «Πρέπει να σας είπω απεριφράστως ότι εγώ προσωπικώς δεν θα διετύπουν κατά τον τρόπον αυτόν ένα πρωτοχρονιάτικο διάγγελμα του βασιλέως«. Αντιδράσεις κατά του διαγγέλματος, την πολιτική ευθύνη για το περιεχόμενο του οποίου έχει κατά το Σύνταγμα η κυβέρνηση, σημειώθηκαν και μέσα στους κόλπους της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, όπως φαίνεται και από τις εφημερίδες Μάχη, που υποστήριζε τον Ηλία Τσιριμώκο, και Ελευθερία, που υποστήριζε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Στις 5 Ιανουαρίου, ως αποτέλεσμα της γενικής κατακραυγής, παραιτήθηκε ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά Κωνσταντίνος Χοϊδάς, συντάκτης του διαγγέλματος.

Στο μεταξύ η κυβέρνηση των «αποστατών» προχώρησε σε μαζικές εκκαθαρίσεις αξιωματικών πιστών στην Ένωση Κέντρου, με πρόσχημα και τις ανακρίσεις για τον ΑΣΠΙΔΑ, και προώθησε σε θέσεις-κλειδιά ακροδεξιούς αξιωματικούς, πολλοί εκ των οποίων έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ενώ άλλοι προετοίμαζαν ενεργά το «πραξικόπημα των στρατηγών», το οποίο δεν πρόλαβε να εκδηλωθεί.

Στις 17 Ιανουαρίου ο βουλευτής Σερρών της Ένωσης Κέντρου Άγγελος Αγγελούσης κατήγγειλε με ερώτησή του στη Βουλή ότι ο γνωστός από το «σαμποτάζ του Έβρου» αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε στη νευραλγική θέση του Γραφείου Πληροφοριών (Α2) της Στρατιάς στη Λάρισα. Κατήγγειλε επίσης ότι επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία ο απόστρατος ταξίαρχος της Αεροπορίας Αντώνης Σκαρμαλιωράκης, ο οποίος είχε αποστρατευθεί για διοχέτευση στον Τύπο απορρήτων εγγράφων με στόχο να προκληθεί αναταραχή και είχε θεωρηθεί ύποπτος για παράδοση εθνικών μυστικών στη CIA και ο οποίος πραγματικά, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, ήταν από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου και σύνδεσμος των πραξικοπηματιών με τους Αμερικανούς, όπως προκύπτει από αμερικανικά έγγραφα. Στην ίδια ερώτηση ο βουλευτής της Ένωσης Κέντρου ανέφερε και για τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Γρηγόριο Σπαντιδάκη, κορυφαία επίσης πρωταγωνιστική μορφή του πραξικοπήματος του 1967, ότι είναι «ανώτατος αξιωματικός ήσσονος επαγγελματικής αξίας, μη ων καν απόφοιτος ουδέ της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου, ως απαιτεί ο νόμος… γνωστός όμως τοις πάσι δια τους εις τον ΙΔΕΑ αγώνας του, συμπαρακοιμώμενος των γνωστών στρατηγών Γωγούση και Καρδαμάκη«.

Ο Στέφανος Στεφανόπουλος

Τον Σπαντιδάκη κάλυψε την ίδια ημέρα με δήλωσή του ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Σταύρος Κωστόπουλος, ενώ ο ίδιος ο θιγόμενος αρχηγός ΓΕΣ ζήτησε άδεια να υποβάλει μήνυση κατά του Αγγελούση. Την επομένη, τον Σπαντιδάκη κάλυψε και ο πρωθυπουργός Στέφανος Χ. Στεφανόπουλος τονίζοντας ότι «η κυβέρνησις αποδοκιμάζει και στιγματίζει την από τινων ημερών αναληφθείσαν αδίστακτον εκστρατείαν εναντίον της ανωτάτης ηγεσίας του στρατεύματος«. Στη σχετική συζήτηση στη Βουλή στις 2 Φεβρουαρίου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος χαρακτήρισε άριστο αξιωματικό τον Σπαντιδάκη.

Με την κάλυψη που είχαν από την κυβέρνηση και το παλάτι και αποκτώντας όλο και πληρέστερο έλεγχο του στρατεύματος, οι Σπαντιδάκης και Παπαδόπουλος ενέτειναν τη συνωμοτική τους δράση.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Όπως αποκαλύπτεται από μία σημαντική έκθεση της CIA από την Αθήνα, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1966, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος διερεύνησε και πάλι τη δυνανότητα πραξικοπήματος τον Φεβρουάριο του 1966:

«Λίγο πριν από τη συγκέντρωση της Ένωσης Κέντρου στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 1966, ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος ήρθε στην Αθήνα και επικοινώνησε με τους άλλους συνταγματάρχες. Συζήτησαν το ενδεχόμενο οργάνωσης πραξικοπήματος εφόσον κρινόταν αναγκαίο για να αποτραπούν εκδηλώσεις βίας που θα προκαλούνταν από την ΕΔΑ ή και τον Γεώργιο Παπανδρέου κατά τη συγκέντρωση. Ο Παπαδόπουλος είπε στους στρατιωτικούς με τους οποίους είχε επαφές, πως ο αρχηγός του ΓΕΣ αντιστράτηγος Γρηγόριος Σπαντιδάκης τον είχε καλέσει στην Αθήνα«[2]. Πάντα κατά τη CIA, ο Παπαδόπουλος βρισκόταν στην Αθήνα για να εκτιμήσει τη στάση σωμάτων ασφαλείας σε περίπτωση επέμβασης του στρατού, αν σημειώνονταν επεισόδια.

Στις 15 Φεβρουαρίου, παραμονή της συγκέντρωσης, συγκροτήθηκε στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης σύσκεψη, με συμμετοχή του Σπαντιδάκη και της ηγεσίας Αστυνομίας και Χωροφυλακής, όπου αποφασίστηκε ότι οι ένοπλες δυνάμεις στην περιοχή του λεκανοπεδίου Αττικής θα κληθούν να παρέμβουν μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Τέτοια ανάγκη όμως δεν παρουσιάστηκε καθώς τα μεγάλα πλήθη που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Κλαυθμώνος για να εορτάσουν τα δύο χρόνια από την εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου και να ακούσουν τον Γεώργιο Παπανδρέου υπάκουσαν στην εντολή του: «Θα διαλυθείτε ησύχως«.

Προηγουμένως στην ομιλία του ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου μίλησε για δικτατορία: «Ουδέποτε θα γίνη ανεκτή η δικτατορία. Όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως κόμματος, θα υπερασπίσουν, ακόμη και μη τη ζωή των, τας ελευθερίας των«.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου αγνοούσε την έκταση των κινήσεων προετοιμασίας πραξικοπήματος. Αντιθέτως, η προαναφερθείσα έκθεση της CIA δίνει πολύ καλύτερη εικόνα των κινήσεων αυτών:

«Οι κάτωθι αξιωματικοί – μέλη της συνωμοτικής ομάδας επέστρεψαν πρόσφατα στην περιοχή της Αττικής:

  • Ο αντισυνταγματάρχης Κώστας Παπαδόπουλος, αδελφός του Γεωργίου, τοποθετήθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1966 αρχηγός του συντάγματος στον Διόνυσο.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Δημήτρης Σταματελόπουλος διορίστηκε διοικητής του συντάγματος της Αγίας Παρασκευής, στα μέσα Οκτωβρίου του 1965.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Μέξης αναμένεται να αναλάβει σύντομα τη διοίκηση συντάγματος στην Αθήνα.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς είναι τώρα διοικητής της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ) που εδρεύει στο αρχηγείο Στρατού.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης αναμένεται να αναλάβει σύντομα διοίκηση συντάγματος στην Αθήνα.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Θεόδωρος Πατσούρος αναμένεται να αναλάβει τη διοίκηση μονάδας διαβιβάσεων στην Αθήνα.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Μιχάλης Ρουφογάλης τοποθετήθηκε προσωρινά επικεφαλής του τμήματος ασφαλείας της ΚΥΠ αλλά αναμένεται να αναλάβει σύντομα τον Α κλάδο της υπηρεσίας.
  • Ο αντισυνταγματάρχης Αντώνιος Λέκας αναμένεται να αναλάβει σύντομα διοίκηση μονάδας στην Αθήνα«.

Όλοι οι αναφερόμενοι αξιωματικοί στην έκθεση της CIA έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στο πραξικόπημα και διετέλεσαν στελέχη του δικτατορικού καθεστώτος. Στο μεταξύ η ΕΔΑ έκανε μάταιες προσπάθειες να συμβάλει στην εξεύρεση συμβιβασμού με το παλάτι. Στις 7 Φεβρουαρίου, με δήλωση της Εκτελεστικής Επιτροπής της, πρότεινε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης της Βουλής και να κάνει σε τρεις μήνες αδιάβλητες εκλογές με απλή αναλογική. Τα ανταλλάγματα που πρόσφερε ήταν εντυπωσιακά: «Να συμφωνηθή και να διακηρυχθή από τα πολιτικά κόμματα ότι δεν θέτουν πολιτειακό» και «να εξετασθή η δυνατότης παύσεως δι’ αμνηστεύσεως οιασδήποτε διώξεως εναντίον στρατιωτικών δια τας υποθέσεις «Περικλή» και ΑΣΠΙΔΑ«.

Με τις προτάσεις αυτές αφ’ ενός ο Κωνσταντίνος απέφευγε τις πολιτικές συνέπειες των Ιουλιανών, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλιζόταν και η κοινή συναινέσει ατιμωρησία των οργανωτών του «εκλογικού πραξικοπήματος» του 1961, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Οι προτάσεις της ΕΔΑ έπεσαν όμως στο κενό, δεδομένου ότι ο Κωνσταντίνος θεώρησε ότι ελέγχει πλήρως τις εξελίξεις, ώστε να μη χρειάζεται συμβιβασμούς, πόσο μάλλον προερχόμενους από πρωτοβουλίες της ΕΔΑ.

Σύντομα όμως αποδείχθηκε ότι η κυβέρνηση Στεφανόπουλου ήταν πολύ λιγότερο σταθερή από όσο νόμιζε ο Κωνσταντίνος. Την Δευτέρα του Πάσχα, 11 Απριλίου του 1966, το πολιτικό σκηνικό κλονίστηκε καθώς ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Ηλίας Τσιριμώκος παραιτήθηκε και απέσυρε την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση, ακολουθούμενος από τον υπουργό Πρόνοιας Δημήτριο Γαληνό και τον ανιψιό του βουλευτή Ιωάννη Τσιριμώκο.

Αφορμή για την παραίτηση ήταν η διαφωνία του στην πολιτική του πρωθυπουργού Στεφανόπουλου για τον έλεγχο της εθνοφρουράς στην Κύπρο, καθώς ο Τσιριμώκος υποστήριζε την άποψη του προέδρου Μακαρίου ότι η εθνοφρουρά πρέπει να έχει κυπριακή διοίκηση.

Η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου βρέθηκε σε δεινή θέση καθώς δεν διέθετε παρά μόνο 150 ψήφους στη Βουλή. Μπήκαν πάλι σε κίνηση οι μηχανισμοί εξαγοράς βουλευτών, καθώς η Ένωση Κέντρου και η Ε.Δ.Α. κατέθεσαν στις 19 Απριλίου πρόταση δυσπιστίας, η συζήτηση της οποίας άρχιζε στις 21 Απριλίου.

Στις 23 Απριλίου οι βουλευτές Χανίων Ι. Βαλυράκης και Πιερίας Θεόφιλος Καμπερίδης κατήγγειλαν επισήμως στη Βουλή απόπειρες εξαγοράς τους. Τελικά πάντως προσχώρησαν στην κυβερνητική παράταξη οι βουλευτές Πέλλας Ιγνατιάδης και Ημαθίας Ιωάννης Γιαμάς κι έτσι η κυβέρνηση Στεφανόπουλου διασώθηκε. Στις 25 Απριλίου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης με την οριακή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, καθώς ένας από τους «αποστάτες» ψήφισε «παρών».

Στα τέλη Απριλίου αποστρατεύτηκαν μαζικά 35 υποστράτηγοι, ταξίαρχοι και συνταγματάρχες που υποστήριζαν λίγο-πολύ την Ένωση Κέντρου, ενώ προωθήθηκαν σε θέσεις-κλειδιά μελλοντικοί πραξικοπηματίες. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε επικεφαλής του 7ου επιτελικού γραφείου του ΓΕΣ, υπεύθυνου για «ψυχολογικές επιχειρήσεις», «διαφώτιση» και «πολιτική προπαγάνδα». Στις 7 Μαΐου η Ένωση Κέντρου κατέθεσε επερώτηση στη Βουλή για τις αποστρατεύσεις, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα την τοποθέτηση «εις την καιρίαν θέσιν του Α’ βοηθού αρχηγού ΓΕΣ» του αντιστράτηγου Οδυσσέα Αγγελή, ο οποίος τον επόμενο χρόνο αποδείχθηκε πραγματικά εκ των κορυφαίων πραξικοπηματιών.

Παράλληλα, γινόταν και ιδεολογική προετοιμασία για την ανάγκη επιβολής δικτατορίας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό και ο δημοσιογράφος Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο επιφανέστερος ιδεολογικός εκπρόσωπος του μετέπειτα απριλιανού καθεστώτος, έδωσε τις περιώνυμες τέσσερις διαλέξεις του στο Χίλτον.

«Προκύπτει το ενδεχόμενο μιας διαιτητικής δικτατορίας«, τόνιζε σε μια από αυτές, «που θα θελήση να ματαιώση την επιβολή της μιας παρατάξεως επί της άλλης, θα τις χωρίση, θα σταθή έξω και πάνω από όλους και θα περιμένη να συνέλθουν, να αλλάξουν μυαλά, για να θέση πάλι σε κίνηση τους θεσμούς της Δημοκρατίας… Και όταν η δικτατορία γίνεται αναγκαία, είτε από σφάλματα του πολιτικού κόσμου είτε από άλλες εξαιρετικές συνθήκες, νομιμοποιείται στην κοινή συνείδηση. Η αναγκαιότητα κάνει τη δικτατορία χρήσιμη. Δεν μπορούμε δυστυχώς να πούμε ότι κάθε δικτατορία είναι κακή. Υπάρχουν και δικτατορίες ωφέλιμες«.

Σύμπτωμα προϊούσης σήψης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν το γεγονός ότι μεταξύ των ακροατών του Σάββα Κωνσταντόπουλου στις διαλέξεις αυτές συγκαταλέγονταν ο πρωθυπουργός Στ. Στεφανόπουλος, οι αντιπρόεδροι της κυβέρνησης Γεώργιος Αθανασιάδης – Νόβας και Ηλίας Τσιριμώκος, πολιτικοί ηγέτες όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, σωρεία υπουργών και πολλοί άλλοι.

Στις 20 Μαΐου το δικαστικό συμβούλιο του αναθεωρητικού στρατοδικείου με βούλευμά του αποφάνθηκε ότι «το σχέδιον Περικλής», δηλαδή εκείνο βάσει του οποίου η Ένωση Κέντρου και η ΕΔΑ κατήγγειλαν ότι έγινε μεγάλης έκτασης βία και νοθεία στις εκλογές του 1961, «ουδέποτε και εις ουδεμίαν περίπτωσιν υλοποιήθη και εξετελέσθη«. Το δικαστικό συμβούλιο δέχθηκε την ερμηνεία ότι οι αναφορές στις εκλογές του 1961 οφείλονταν απλώς στην «απειρία» τού τότε αναπληρωτή γραμματέα που κράτησε τα πρακτικά -δηλαδή, του κατοπινού δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου.

Το απαλλακτικό αυτό βούλευμα προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από την Ένωση Κέντρου, την ΕΔΑ αλλά και τη φιλοκυβερνητική εφημερίδα Ελευθερία, η οποία υποστήριζε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1968

Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου στις αρχές του καλοκαιριού προέβη σε απομάκρυνση της ηγεσίας της Γ.Σ.Ε.Ε., η οποία υποστήριζε τον Ανδρέα Παπανδρέου, με άκρως ανώμαλες εκλογικές διαδικασίες στα συνέδρια του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (12 Ιουνίου) και Γ.Σ.Ε.Ε. (2425 Ιουλίου), καθώς αποκλείστηκαν παράτυπα εκατοντάδες αντιπροσώπων της αντιπολίτευσης.

Επανεργοποίησε επίσης το ΜΘ’ ψήφισμα της εποχής του εμφυλίου πολέμου περί «νομιμοφροσύνης», καθαιρώντας έτσι εκατοντάδες αγρότες από τις διοικήσεις των αγροτικών συνεταιρισμών και των ενώσεών τους και αντικαθιστώντας τους με πολιτικούς της φίλους.

Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιες ακρότητες, ώστε το Σεπτέμβριο καταδικάστηκε σε πεντάμηνη φυλάκιση ο δήμαρχος Καβάλας Τσολάκης, γιατί τόλμησε να προσλάβει σκουπιδιάρηδες χωρίς να τους ζητήσει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Στις 10 Ιουλίου η κυβέρνηση Στεφανόπουλου αιματοκύλησε και τους αγρότες στη Θεσσαλονίκη, καθώς δεκάδες χιλιάδες σιτοπαραγωγοί μπήκαν με τρακτέρ και μαύρες σημαίες σε πολλές πόλεις της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας (Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Αγρίνιο, Καβάλα, Τρίκαλα, Καρδίτσα, Θήβα, Λαμία κ.α.). Οι χωροφύλακες πέρα από τα δακρυγόνα άρχισαν και τους πυροβολισμούς, ενώ η κυβέρνηση διέταξε μερική επιφυλακή του στρατού στη συμπρωτεύουσα και κινητοποίησε μερικά τανκς, τα οποία στη συνέχεια απέσυρε. «Το αίμα της Θεσσαλονίκης βαρύνει την κυβέρνησιν και τα κόμματα που την στηρίζουν» δηλώνει ο Γ. Παπανδρέου. Η κυβέρνηση Στεφανόπουλου, αντίθετα, απέδωσε τα πάντα σε «ωργανωμένην κομμουνιστικήν εκδήλωσιν» και ο Π. Κανελλόπουλος ζήτησε τη διάλυση των «Λαμπράκηδων», της οργάνωσης νεολαίας της ΕΔΑ, καλώντας την κυβέρνηση «να λάβη όλα τα καθυστερούμενα επί μήνας νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα, τα οποία επιβάλλει η ανάγκη διαλύσεως και διώξεως των ασυμβιβάστων προς την Δημοκρατίαν κακοποιών πυρήνων της ανωμαλίας και της αναρχίας«.

Όμως ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Θεσσαλονίκης Τζαβούλης άσκησε ποινική δίωξη κατά «αγνώστων αξιωματικών και οπλιτών της Χωροφυλακής» για οπλοχρησία και βαριές σωματικές βλάβες, με βάση τις ιατροδικαστικές εκθέσεις για τις περιπτώσεις τραυματισμού 23 πολιτών.

«Απαράδεκτον να διώκωνται έστω και τυπικώς τα όργανα της τάξεως, όταν με τόσην ανεκτικότητα, ψυχραιμίαν και αυτοθυσίαν αμύνωνται κατά των απροκλήτων αναρχικών εκδηλώσεων«, δήλωσε ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Χρήστος Αποστολάκος, προκαλώντας και πάλι αντιδράσεις της φιλοκυβερνητικής Ελευθερίας, η οποία χαρακτήρισε τις δηλώσεις του «δυναμίτιδα κατά της Δικαιοσύνης της χώρας, κατά των νόμων του κράτους, κατά των καταστατικών αρχών του δημοκρατικού μας πολιτεύματος«.

Ο Παναγιώτης Πιπινέλης

Στο μεταξύ, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από αμερικανικά έγγραφα, από τα μέσα του 1966 ο αρχηγός ΓΕΣ Γρ. Σπαντιδάκης και έντεκα αντιστράτηγοι έδωσαν την έγκρισή τους να καταστρωθεί ένα σχέδιο πραξικοπήματος, με τον στρατό να καταλαμβάνει την εξουσία, να διαλύει τη Βουλή και να διορίζει πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Ο Κωνσταντίνος είχε δώσει την έγκρισή του για την κατάρτιση του σχεδίου αυτού, αλλά προτιμούσε να αναλάβει ο ίδιος την πρωθυπουργία του δικτατορικού καθεστώτος, αναφέρουν τα αμερικανικά έγγραφα, που είχαν ως προέλευσή τους βρετανικές πηγές, οι οποίες με τη σειρά τους είχαν πληροφορηθεί τα σχέδια απευθείας από αξιωματικούς που συμμετείχαν στη συνωμοσία. Για τα σχέδια αυτά είχαν ενημερωθεί ακόμη οι αρχηγοί Αεροπορίας, Ναυτικού και Χωροφυλακής, όπως και ορισμένοι πολιτικοί.

Παρ’ όλες αυτές τις ετοιμασίες πραξικοπήματος που έμπαιναν πια σε τελική φάση, ο Γεώργιος Παπανδρέου καθησύχαζε τον λαό σε σχέση με το ενδεχόμενο στρατιωτικής δικτατορίας σε συνέντευξή του στο Βήμα της 28 Αυγούστου: «Ότι υπάρχουν απειλαί είναι βέβαιον. Υπάρχουν μνηστήρες. Αλλά είναι επίσης βέβαιον ότι ουδέποτε θα αποτολμηθή. Δια να γίνη δικτατορίας εις την Ελλάδα πρέπει να την θελήση ο Βασιλεύς. Και καθ’ όσον γνωρίζω από παλαιοτέρας συνομιλίας μου, ο Βασιλεύες την απέκλειεν απολύτως«.

«Χωρίς την έγκρισιν του Βασιλέως η δικτατορία δεν γίνεται, έτσι κάθε απόπειρα δικτατορίας στη χώρα θα έθετε αυτόματα και αμετάκλητα το θέμα του καθεστώτος. Θα οδηγούσε τη χώρα σε περιπέτειες που μόνον άφρονες θα μπορούσαν να επιθυμήσουν. Αλλά υπάρχει και άλλη απάντηση: Στην ανοικτή δικτατορία θα αντιτάξουμε τη δημοκρατική αντίσταση» δήλωσε και ο Ανδρέας Παπανδρέου σε περιοδεία του στη Μακεδονία, στις αρχές Σεπτεμβρίου, προκαλώντας τη μήνι των δεξιών εφημερίδων, οι οποίες ισχυρίστηκαν στους τίτλους τους ότι «Κηρύσσει ανταρσίαν και εμφύλιον πόλεμον ο κ. Α. Παπανδρέου«.

Στις 25 Σεπτεμβρίου αποκαλύφθηκε ότι στο πλαίσιο της δημιουργίας κατάλληλου ψυχολογικού κλίμακος μεταξύ των αξιωματικών για τη διευκόλυνση πραξικοπήματος, ο αρχηγός ΓΕΣ Γρ. Σπαντιδάκης είχε αποστείλει από τις 24 Μαρτίου απόρρητη διαταγή, στην οποία αναφερόταν κατ’ αρχήν στη συγκέντρωση της Ένωσης Κέντρου της 16ης Φεβρουαρίου, παρουσιάζοντας την Ένωση Κέντρου ως περίπου τελούσα υπό τις οδηγίες της ΕΔΑ, υπογραμμίζοντας: «Εν συμπεράσματι, οι συγκεντρωθέντες απτελέσουν εν σύνολον με αυστηράν ιεράρχησιν, οργάνωσιν και πειθαρχίαν στρατιωτικήν, έτοιμον να ακούση εις οιανδήποτε εντολήν, πράγμα το οποίο αποδεικνύει την συντελεσθείσαν πρόοδον των κομμουνιστών εις τον οργανωτικόν τομέα«.

Ο αρχηγός ΓΕΣ τόνιζε επίσης στην ίδια διαταγή: «Οι κομμουνισταί καταγράφουν τας διευθύνσεις των αξιωματικών και σχεδιάζουν την εν δεδομένη στιγμή εξουδετέρωσίν των δια δολοφονίας ή συλλήψεως. Προς εξουδετέρωσιν των ανωτέρω οι αξιωματικοί πρέπει να έχουν εις τας οικίας των οπλισμόν (περίστροφον ή πιστόλιον) και όταν ειδοποιούνται εκτάκτως όπως προσέλθουν εις τας μονάδας των, να προσέρχωνται οπλισμένοι«.

Στις 29 Σεπτεμβρίου η πολιτική όξυνση έφτασε σε επίπεδα παροξυσμού καθώς εκδόθηκε το βούλευμα για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, το οποίο παρέπεμπε 28 αξιωματικούς να δικαστούν με την κατηγορία της «ενώσεως προς στάσιν» και της «συνωμοσίας προς εκτέλεσιν πράξεων εσχάτης προδοσίας», ενώ ανάφερε ως συμμετέχοντα στον ΑΣΠΙΔΑ τον Ανδρέα Παπανδρέου και άλλους πολιτικούς, αποδίδοντας ευθύνες και στον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις 3 Οκτωβρίου άρχισε στη Θεσσαλονίκη η δίκη για τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη. Την ίδια ημέρα όμως, συνέβη στα παρασκήνια κάτι σαφώς σημαντικότερο.

Ο απόστρατος πτέραρχος Πέτρος Μητσάκος, αναμειγμένος σε κάθε πραξικοπηματική συνωμοσία μετά τον εμφύλιο, παρέδωσε στον Κωνσταντίνο μία απόρρητη έκθεση, κύριος άξονας της οποίας ήταν ότι σε περίπτωση εκλογών έπρεπε να θεωρείται σχεδόν βέβαιο συντριπτικό πλήγμα κατά του θεσμού της μοναρχίας. Ο Κωνσταντίνος αποδέχθηκε την εισήγηση του Μητσάκου και έδωσε στους στρατηγούς την έγκριση για τον σχεδιασμό πραξικοπήματος, όπως αναφέρεται στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Στις αρχές Νοεμβρίου ο αρχηγός του ΓΕΣ στρατηγός Σπαντιδάκης ενημέρωσε τους Αμερικανούς, πάντα κατά τις ίδιες πηγές, ότι είχε αναθέσει σε έμπιστους αξιωματικούς συγκεκριμένα καθήκοντα για την προετοιμασία σχεδίου κατάληψης της εξουσίας, με την έγκριση του βασιλιά, υπό την ονομασία «Ιέραξ 2», κατά τα πρότυπα του ΝΑΤΟϊκού σχεδίου Προμηθεύς. Στο σχέδιο αυτό προβλεπόταν όχι μόνον η σύλληψη κομμουνιστών και «συνοδοιπόρων», αλλά και του Ανδρέα Παπανδρέου, του πρώην υφυπουργού Άμυνας Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, δημοσιογράφων κ.α. Ο Σπαντιδάκης ενημέρωσε επίσης τους Αμερικανούς ότι είχε ήδη απομακρύνει από τις κρίσιμες για την επιτυχία του πραξικοπήματος θέσεις όλους τους αξιωματικούς που υποστήριζαν την Ένωση Κέντρου και τους είχε αντικαταστασήσει με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του παλατιού, έτοιμους να συμμετάσχουν στο κίνημα. Ειδικότερα, σημειώνουν οι αναλύσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και της CIA, η διοίκηση των τεθωρακισμένων της Αθήνας, του στρατοπέδου Χαϊδαρίου και των ΛΟΚ είχε ήδη ανατεθεί σε ανθρώπους των επίδοξων πραξικοπηματιών. Το σχέδιο του βασιλικού στρατιωτικού πραξικοπήματος επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή πριν από την προκήρυξη εκλογών.

Στις 11 Οκτωβρίου συνεδρίασε χωριστά και η συνωμοτική ομάδα των συνταγματαρχών του Παπαδόπουλου, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για την κήρυξη δικτατορίας. Εκτίμησε επίσης, παρά τη συμμετοχή της στην προετοιμασία του βασιλικού πραξικοπήματος, ότι τελικά ο Κωνσταντίνος μπορεί να δίσταζε να προχωρήσει στην κήρυξη δικτατορίας και γι’ αυτό αποφάσισε να βολιδοσκοπήσει αυτοτελώς ακροδεξιούς πολιτικούς, κατά πόσο ήταν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση πραξικοπηματιών.

Μεσολάβησε στις 5 Οκτωβρίου η δημοσίευση στους New York Times ανταπόκρισης από την Αθήνα του κορυφαίου Αμερικανού δημοσιογράφου Σάιρους Σουλτσμπέργκερ, στενού φίλου της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, η οποία προκάλεσε πάταγο. «Εάν ο Κωνσταντίνος φοβηθή ότι η χώρα θα αντιμετώπιζεν καταστροφήν, υποψιάζομαι ότι θα έφθανε και μέχρι προσωρινής αναστολής μέρους του Συντάγματος, εφ’ όσον έκρινε τούτον αναγκαίον προς αντιμετώπισιν της προκλήσεως«, έγραψε ο Σουλτσμπέργκερ, ο οποίος λίγες μέρες νωρίτερα είχε γευματίσει με τον Κωνσταντίνο στο παλάτι και ως εκ τούτου τα γραφόμενά του εκλήφθησαν ως θέσεις του βασιλιά.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στις 6 Οκτωβρίου, από τη Στοκχόλμη όπου βρισκόταν, συνέδεσε το βούλευμα για τον ΑΣΠΙΔΑ και την ανταπόκριση του Σουλτσμπέργκερ. Για το πρώτο δήλωσε ότι «προετοιμάζει το έδαφος δι’ αναστολήν άρθρων του Συντάγματος, ήτοι δι’ ανοικτήν δικτατορίαν» και για την ανταπόκριση εκτίμησε ότι «η πληροφορία αύτη αποτελεί σαφή προειδοποίησιν και προετοιμασίαν της δυτικής κοινής γνώμης, ότι, ίσως, εις την Ελλάδα είναι απαραίτητον να ανασταλή το Σύνταγμα«. Και πρόσθεσε: «Επιθυμούμεν να πληροφορήσωμεν την πατρίδα του κ. Σουλτσμπέργκερ, τον δυτικόν κόσμον, αλλά και τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, ότι η Ελλάς δεν είναι χώρα δούλων«.

Στις 3 Νοεμβρίου ο Παναγιώτης Πιπινέλης συναντήθηκε με τον Αμερικανό επιτετραμμένο Νόρμπερτ Άνσουτς και τον ενημέρωσε ότι είναι έτοιμος να δεχθεί τη θέση του πρωθυπουργού δικτατορικής κυβέρνησης, αν ο βασιλιάς τον καλέσει να το κάνει, δεδομένου ότι κατά την άποψή του δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συμβιβασμού με τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Τον διαβεβαίωσα ότι η πρεσβεία δεν έχει ψευδαισθήσεις για το πόσο επικίνδυνες είναι ορισμένες από τις απόψεις του Ανδρέα«, τόνιζε αργότερα σε αναφορά του για τη συνάντηση αυτή ο Αμερικανός διπλωμάτης, προσθέτοντας πάντως, κατά τα γραφόμενά του, ότι είχε αμφιβολίες κατά πόσο μια δικτατορία θα έφερνε ηρεμία.

Στο μεταξύ, ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε αρχίσει να σκέπτεται να συνδιαλλαγεί με τον Κωνσταντίνο και αποκατέστησε μυστική επικοινωνία μαζί του μέσω του βουλευτή Στυλιανού Χούτα[3].

Πραγματικά ο Γεώργιος Παπανδρέου κατέληξε σε κατ’ αρχήν συμφωνία με τον βασιλιά, για την οποία ο Κωνσταντίνος ενημέρωσε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο στις 30 Νοεμβρίου, σε συνάντηση που είχαν στην Πάτρα, με την ευκαιρία της εορτής του πολιούχου Αγίου Ανδρέα. Του ζήτησε να συναντηθούν μυστικά με τον Γεώργιο Παπανδρέου για να ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες μιας κοινά αποδεκτής πολιτικής φόρμουλας.

Οι Γεώργιος Παπανδρέου και Παναγιώτης Κανελλόπουλος συναντήθηκαν πρώτη φορά μόνοι τους, μυστικά, στα ανάκτορα Τατοΐου, στις 17 Δεκεμβρίου και στη συνέχεια έγινε δεύτερη συνάντηση, την ίδια μέρα, παρουσία του βασιλιά και του διευθυντή του Πολιτικού του Γραφείου Δημήτριου Μπίτσιου, ο οποίος συνέταξε και το μνημόνιο που υπέγραψαν την επόμενη μέρα, 18 Δεκεμβρίου, οι δύο πολιτικοί ηγέτες.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, κατά το κείμενο του μνημονίου, έδωσε ρητή διαβεβαίωση ότι «εις περίπτωσιν επιτυχίας της Ε.Κ. ως πρώτου κόμματος αλλά μη συγκεντρούντος απόλυτον πλειοψηφίαν, η Ε.Κ. επ’ ουδενί λόγω θα στηριχθή ή συνεργασθή μετά της ΕΔΑ» και ότι «θα ετίθετο τέρμα από πλευράς Ε.Κ. εις πάντα τα συνθήματα τα συνδεόμενα με τον Βασιλέα εν τη ασκήσει των συνταγματικών καθηκόντων του«. Έτσι, αποφασίστηκε η ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, η συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης υπό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η ψήφιση της απλής αναλογικής (ώστε να είναι σχεδόν αδύνατη η κατάκτηση αυτοδύναμης πλειοψηφίας της Ε.Κ.) και στη συνέχεια η διενέργεια εκλογών.

Εξώφυλλο της εφημερίδας Ελευθερία αναγγέλλει την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου

Το βράδυ της 20 Δεκεμβρίου ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος μετέβη στα ανάκτορα, δήθεν για να ενημερώσει τον Κωνσταντίνο για την πρόθεσή του να ανατρέψει την κυβέρνηση. Το πρωί της 21 Δεκεμβρίου ο πρωθυπουργός Στέφανος Στεφανόπουλος παραιτήθηκε και στις 6 το απόγευμα πήρε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννης Π. Παρασκευόπουλος, με βάση τη συμφωνία.

Εντονότατες αντιρρήσεις προέβαλαν κατά της συμβιβαστικής αυτής λύσης οι ακραίοι κύκλοι της ΕΡΕ, με επικεφαλής τους Παναγιώτη Πιπινέλη και Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, οι οποίοι είχαν επενδύσει στη δικτατορική λύση[4].

Άλλωστε η μετριοπαθής στάση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου είχε ήδη προκαλέσει την αντίδραση των «σκληρών» της δεξιάς παράταξης, οι οποίοι υπονόμευαν ανοικτά τον αρχηγό της ΕΡΕ, κατηγορώντας τον για απαράδεκτη υποχωρητικότητα απέναντι στην Ένωση Κέντρου και για προσπάθεια συνδιαλλαγής με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η νεολαία του κόμματος, αντίθετα, στήριξε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και με προκήρυξή της κάλεσε την κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΡΕ «να ξεκαθαρίση την ανωμαλίαν», κατηγορώντας τους αντιηγετικούς βουλευτές ως «καπήλους του ονόματος του Κ. Καραμανλή» και «διασπαστάς». Έξαλλοι οι «σκληροί» της ΕΡΕ απαίτησαν από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο να καθαιρέσει την ηγεσία της ΕΡΕΝ. Αυτός υπέκυψε. Ξεσηκώθηκαν οι τοπικές ηγεσίες της ΕΡΕΝ Θεσσαλονίκης και Πειραιά, οι οποίοι κατηγόρησαν τους αντιαρχηγικούς της ΕΡΕ ως «καιροσκόπουλος και υπονομευτάς της πολιτικής μας ζωής» και ως «όργανα της μεσαιωνικής κάστας της ασυδότου οικονομικής ολιγαρχίας». Έξω φρενών η Ακρόπολις χαρακτήρισε τους νέους της ΕΡΕ «ερυθροφρουρούς».

Πολύ σοβαρότερες δυσκολίες όμως αντιμετώπισε ο Γεώργιος Παπανδρέου και δη στο πρόσωπο το γιου του, Ανδρέα, ο οποίος ηγήθηκε εξέγερσης μεγάλης μερίδας βουλευτών της Ένωσης Κέντρου εναντίον της συμφωνίας με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Τη νύχτα της 20 Δεκεμβρίου, μόλις έμαθε τη συμφωνία, συγκάλεσε σύσκεψη των επιτελών του στο πολιτικό του γραφείο και τους τόνισε: «Είναι ολοφάνερο πως πέφτουμε στην παγίδα του κατεστημένου του παλατιού και των Αμερικανών. Ακόμη κι αν κατορθώσουμε να κερδίσουμε σχετική πλειοψηφία -πράγμα αμφίβολο αν υποστηρίξουμε τον Παρασκευόπουλο-, θα υποχρεωθούμε να σχηματίσουμε κυβέρνηση συνεργασίας με την ΕΡΕ… Μετεκλογική συνεργασία με την ΕΡΕ θα σημάνει πλήρη συνθηκολόγηση εκ μέρους μας. Ο ελληνικός λαός είναι πολιτικά ώριμος και ασφαλώς θ’ αντιληφθεί τη σημασία της ψήφου εμπιστοσύνης στον Παρασκευόπουλο. Και θα πιστέψει πως ο Ανένδοτος αγώνας εναντίον των αυθαιρεσιών του βασιλιά, εναντίον της ανοικτής παραβιάσεως του συντάγματος, ήταν μια απάτη. Εξ άλλου, θα πρέπει να είναι σ’ όλους μας σαφές πως ο Παρασκευόπουλος δεν θα βιασθεί να προχωρήσει σ’ εκλογές. Και η κυβέρνησή του δεν θα είναι υπηρεσιακή. Γιατί σκοπός της υπηρεσιακής είναι να διαλύσει τη Βουλή και να προκηρύξει εκλογές μέσα σε σαράντα πέντε μέρες. Γιατί χρειάζεται λοιπόν ψήφο εμπιστοσύνης; Επειδή έχει την πρόθεση να παραμείνει στην εξουσία περισσότερες από σαράντα πέντε μέρες; Για ποιο λόγο; Ασφαλώς για να προετοιμάσει το έδαφος για στρατιωτικό πραξικόπημα σε περίπτωση που ο λαός συνεχίζει να μας ακολουθεί. Όχι. Το καθήκον μας είναι ξεκάθαρο. Πρέπει να καταψηφίσουμε την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου«.

Το πρωί της 27 Δεκεμβρίου ο Ανδρέας Παπανδρέου απηύθυνε στον πατέρα του επιστολή και έδωσε στον Τύπο μία δήλωση-διακήρυξη «πολιτικής ανταρσίας», όπου μεταξύ άλλων ανέφερε και τα εξής:

«Με άπειρο σεβασμό για τον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου, τον μεγάλο δημοκράτη, τον ηγέτη των δύο Ανένδοτων αγώνων για τη δημοκρατία, την πρόοδο και την εθνική μας υπερηφάνεια και με άπειρη στοργή και αγάπη για τον πατέρα μου, του απευθύνω έκκληση να αναθεωρήσει την πρόθεσή του να υποστηρίξει το βασιλικό κατασκεύασμα που πρόκειται να παρουσιασθεί στη Βουλή… Η Κίρκη δεν πρέπει να αφεθεί να μαγέψει όλους τους δημοκράτες. Η Ελλάδα δεν πρέπει να χάσει άλλους Οδυσσείς. Υπερψήφιση της κυβερνήσεως Παρασκευοπούλου ισοδυναμεί με πλήρη γελοιοποίηση των θέσεων της Ενώσεως Κέντρου. Σημαίνει υιοθέτηση των θέσεων της Δεξιάς. Σημαίνει αποδοχή του βασιλικού πραξικοπήματος… Σημαίνει, σε τελευταία ανάλυση, πλήρη υπαναχώρηση από τη βασική μας θέση πως «η Ελλάδα είναι σύμμαχος, όχι δορυφόρος» και πως «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Γιατί η κυβέρνηση Παρασκευοπούλου συνιστά την πεμπτουσία της επιτυχίας των σχεδίων του Παλατιού, του ξένου παράγοντος και των διαφόρων κατεστημένων που έχουν γίνει τύραννοι της χώρας. Γιατί η σύνθεση της κυβερνήσεως από ανδρείκελα του Παλατιού, αντιπροσώπους της ολιγαρχίας και του ΙΔΕΑ, αποτελεί ασυγκάλυπτη πρόκληση για το δημοκρατικό λαό… Γιατί η παραμονή της κυβερνήσεως Παρασκευοπούλου στην εξουσία απαιτεί συνεργασία ανάμεσα στην Ένωση Κέντρου και την ΕΡΕ, πράγμα που εθεωρείτο αδιανόητο μέχρι χθες. Γιατί με αυτό τον τρόπο, ο «Οίκος Εμπορίου» γίνεται πάλι, με δική μας ενέργεια, νόμιμο Κοινοβούλιο… Γιατί, σύμφωνα με το βασιλικό διάγγελμα, η κυβέρνηση Παρασκευοπούλου υπόσχεται εκλογές «αφού εμπεδωθεί η δημοσία τάξις και ησυχία» πράγμα που σημαίνει πως θα επιδοθεί σε ανηλεή τρομοκρατική εκστρατεία. Γιατί αυτή η εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς τη συμπλήρωση της εκτροπής από το Σύνταγμα…«.

Η απάντηση του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν ωμή: «Εάν μετά την απόφασιν της πλειοψηφίας του κόμματος υπάρχουν βουλευταί επιμένοντες εις την διαφωνίαν των, τίθενται αυτομάτως εκτός κόμματος«.

Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν αποφασισμένος να τηρήσει τη συμφωνία του με τον Κωνσταντίνο ακόμη και αν υποχρεούνταν να διαγράψει τον ίδιο του τον γιο και να διαλύσει εντελώς το ήδη αποδεκατισμένο του κόμμα, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου έλεγχε πάνω από το ένα τρίτο των βουλευτών που είχαν απομείνει στην Ένωση Κέντρου.

Στο μεταξύ στις 13 Δεκεμβρίου, συνεδρίασε στο σπίτι του αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά η συνωμοτική ομάδα του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Σε σχετική έκθεση του σταθμού της CIA στην Αθήνα, με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου, αναφέρονται τα της σύσκεψης και περιέχονται περισσότερες λεπτομέρειες για τον ηγετικό πυρήνα της:

«Η ηγεσία αναφέρεται τώρα ως Επαναστατικό Συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχουν οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιωάννης Λαδάς, Δημήτριος Σταματελόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λέκκας, Μιχάλης Ρουφογάλης, Ιωάννης Μέξης…«.

Σε λίγους μήνες οι πληροφορίες αυτές θα αποδεικνύονταν ακριβέστατες, αφού τα άγνωστα αυτά ονόματα θα γίνονταν γνωστά σε όλη την Ελλάδα, ως ονόματα στελεχών του δικτατορικού καθεστώτος[5].

1967: Οι τελευταίοι μήνες του κοινοβουλευτισμού

Στις 4 Ιανουαρίου δύο εντελώς διαφορετικές συνεδριάσεις έλαβαν χώρα στην Αθήνα. Η πρώτη, στην οποία συγκεντρώθηκε άπλετο το φως της δημοσιότητας, ήταν μία συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης Κέντρου, λίγο πριν εμφανιστεί στη Βουλή η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, την οποία ουσιαστικά δημιούργησαν έπειτα από μυστική συμφωνία τους οι αρχηγοί της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου, και της Ε.Ρ.Ε., Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, επικεφαλής δεκάδων βουλευτών από τους 122 που είχαν απομείνει στην Ένωση Κέντρου, αρνήθηκε να στηρίξει την κυβέρνηση αυτή. Συνολικά 45 βουλευτές απείχαν τελικά από τη συνεδρίαση αυτή, πράγμα που αποτέλεσε βαρύτατο πλήγμα για τον Γεώργιο Παπανδρέου, αλλά τελικά ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι βουλευτές που τον ακολουθούσαν υπερψήφισαν την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Ιανουαρίου. Η δεύτερη συνεδρίαση της 4ης Ιανουαρίου έλαβε χώρα συνωμοτικά, με άκρα μυστικότητα. Συμμετείχαν λίγοι αξιωματικοί οι οποίοι προετοίμαζαν στρατιωτικό πραξικόπημα. Επικεφαλής τους και κύριος ομιλητής στη συνεδρίαση αυτή ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ελάχιστοι έμαθαν τι συζητήθηκε εκεί, με εξαίρεση τη CIA. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος άλλωστε διατηρούσε στενές σχέσεις με τον υπεύθυνο επιχειρήσεων του σταθμού της CIA στην Αθήνα, Στίβεν Μίλτον, τον υπεύθυνο ηλεκτρονικών παρακολουθήσεων της CIA και ως το 1966 υπεύθυνο εκπαίδευσης των Ελλήνων καταδρομέων (ΛΟΚ), Τζον Φατσέα, τον υπεύθυνο του σταθμού της CIA στην Καβάλα, Πίτερ Κορομηλά, και τον αξιωματούχο της αμερικανικής υπηρεσίας, Τζορτζ Στίβενς. Επιπλέον, παρόλο που αξιωματούχοι της CIA ισχυρίζονται ότι ο Γεώργιος Παπαδόπουλος δεν υπήρξε πράκτοράς της, είναι γεγονός ότι ο ειδικός φάκελος του Γεωργίου Παπαδόπουλου στη CIA δεν τον αναφέρει με το όνομά του, αλλά με μία ειδική κωδική ονομασία.

Στις 23 Ιανουαρίου ο ειδικός αναλυτής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Χαρίλαος Λαγουδάκης έλαβε γνώση της αναφοράς του σταθμού της CIA στην Αθήνα για το περιεχόμενο της σύσκεψης των επίδοξων πραξικοπηματιών και αμέσως έστειλε σημείωμα στον υπεύθυνο ελληνικών υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Νταν Μπρούστερ[6]. «Θα ήταν χρήσιμο να έχουμε περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτή την ομάδα, που μπορεί ενδεχομένως να ετοιμάζει πραξικόπημα. Ίσως θα ήταν φρόνιμο να γίνουν διακριτικές έρευνες από τη CIA και το πολιτικό τμήμα της πρεσβείας» σημείωνε.

Όλως παραδόξως όμως, ενώ τους λίγους προηγούμενους μήνες η CIA είχε στείλει 15 αναφορές για τη συνωμοτική αυτή ομάδα, το αίτημα της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για πρόσθετες πληροφορίες και στενότερη παρακολούθηση των συνωμοτών είχε το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα: η CIA δεν έστειλε πλέον καμία αναφορά για τις κινήσεις των πραξικοπηματιών ως την 21η Απριλίου.

Γεώργιος Ζωιτάκης

Στο μεταξύ, το πολιτικό κλίμα είχε ενταθεί ακόμη περισσότερο από την πρώτη κιόλας μέρα του 1967, με τη δημοσίευση στην προσκείμενη στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη εφημερίδα Ελευθερία ενός χαλκευμένου «μνημονίου» συζήτησης, που υποτίθεται πως είχαν ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο σύμβουλος του βασιλιά Κωνσταντίνου Δημήτριος Μπίτσιος και η εκδότρια της Καθημερινής Ελένη Βλάχου, οι οποίοι δήθεν από κοινού με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον εκδότη Χρήστο Λαμπράκη αποφάσισαν την ανατροπή της κυβέρνησης των «αποστατών» του Στέφανου Στεφανόπουλου. Όλοι οι αναφερόμενοι διέψευσαν κατηγορηματικά το περιεχόμενο του «μνημονίου»[7]. Οι επίδοξοι πραξικοπηματίες δεν έχασαν χρόνο. Πριν ακόμη ορκιστεί η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας αποφάσισε, στις 2 Ιανουαρίου, προαγωγές υποστρατήγων και τοποθετήσεις αντιστρατήγων. Με επιμονή του Γρηγόριου Σπαντιδάκη προήχθη κατ’ εκλογήν σε αντιστράτηγο ο Οδυσσέας Αγγελής και τοποθετήθηκε υπαρχηγός του ΓΕΕΘΑ, ενώ ο Γεώργιος Ζωιτάκης ανέλαβε τη διοίκηση του Γ’ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη.

Οι πολιτικοί, απασχολημένοι με τις μεταξύ τους διαμάχες υποτίμησαν ή δεν αντιλήφθηκαν τη σημασία των μεταβολών στο στράτευμα. Οι μεταβολές αυτές συμπληρώθηκαν στις 17 Ιανουαρίου με την -μεταξύ των άλλων- προαγωγή σε ταξίαρχο του συνταγματάρχη Στυλιανού Παττακού. Πλέον όλα τα στελέχη της χούντας κατέλαβαν τις αναγκαίες θέσεις-κλειδιά για την οργάνωση του πραξικοπήματος.

Ταυτόχρονα, όλοι μιλούσαν για ενδεχόμενο πραξικόπημα. Στις 28 Ιανουαρίου ο σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα Τζακ Μόρι συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Δημήτριο Μπίτσιο, ο οποίος του τόνισε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου εξυπηρετεί τα σχέδια των κομμουνιστών και των Σοβιετικών[8]. «Αν αποφασιστεί η επιβολή δικτατορίας, ο Ανδρέας δεν θα υπάρχει«, τόνισε ο σύμβουλος του βασιλιά, προσθέτοντας πως η «εκτροπή» πρέπει να γίνει πριν και όχι μετά τις εκλογές, όπως τουλάχιστον ισχυρίστηκε ο σταθμάρχης της CIA στην αναφορά του, την ίδια ημέρα.

Στις 11 Φεβρουαρίου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Φίλιπς Τάλμποτ έστειλε στην Ουάσινγκτον ένα άκρως απόρρητο τηλεγράφημα, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων: «Έχω συμφωνήσει με την εισήγηση της CIA να ζητηθεί η άδεια σας για μια περιορισμένη, μυστική επιχείρηση σε σχέση με τις επικείμενες ελληνικές εκλογές. Σε αντίθεση με προηγούμενες επιχειρήσεις στο παρελθόν, που επικεντρώθηκαν στην ΕΔΑ, ο στόχος θα είναι να περιοριστεί η επιρροή και η ισχύς που προσπαθεί να αποκτήσει ο Α. Παπανδρέου… Τις λεπτομέρειες της επιχείρησης θα παρουσιάσει στο υπουργείο η CIA… Η επιτυχία του Ανδρέα μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή πολιτικής και απομάκρυνση από την παραδοσιακή στενή συμμαχία με τη Δύση«.

Η πρόταση του Τάλμποτ απορρίφθηκε στα μέσα Φεβρουαρίου από την αρμόδια επιτροπή. Κατά τη συνεδρίαση ο Ουόλτερ Ραστόου, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Λίντον Τζόνσον, αναφέρθηκε σε «αναπότρεπτη πορεία των εξελίξεων στην Ελλάδα».

Η ατμόσφαιρα δηλητηριάστηκε ακόμη περισσότερο από τις εξελίξεις στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ και από τις αναταραχές στο εσωτερικό των κομμάτων. Πέρα από την πολλαπλή κρίση της πολυδιασπασμένης Ένωσης Κέντρου, σοβαρά ήταν και τα προβλήματα της Ε.Ρ.Ε. Εκτός των ακραίων δεξιών στοιχείων της που αμφισβητούσαν την ηγεσία του Κανελλόπουλου, υπήρχε ανοικτό το θέμα πιθανής επανόδου του ιδρυτού της, Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο Καραμανλής έπειτα από κρουαζιέρα του στην Καραϊβική πήγε στη Νέα Υόρκη στις 25 Φεβρουαρίου, όπου είχε διάφορες επαφές. Στις 6 Μαρτίου συγκάλεσε σύσκεψη στο Παρίσι στην οποία μετείχαν οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο αδελφός του, Αχιλλέας Καραμανλής. Η σύσκεψη αυτή προκάλεσε ανησυχίες στον Κανελλόπουλο, ο οποίος την ίδια ημέρα άφησε αιχμές κατά του Καραμανλή δηλώνοντας, κατά προφανή αντιπαραβολή προς τον ιδρυτή της Ε.Ρ.Ε., ότι «όσες φορές έτυχε να αδικήση εμέ προσωπικώς ή την ΕΡΕ ο ελληνικος λαός, εγώ δεν τον εκάκισα και δεν αισθάνθηκα ποτέ να μειώνεται η πίστις μου εις αυτόν«.

Δύο ημέρες μετά, στις 8 Μαρτίου, οι εφημερίδες δημοσίευσαν πως από το περιβάλλον του αυτοεξόριστου πολιτικού ηγέτη τονίστηκε ότι ο κ. Καραμανλής δεν πρόκειται να κωφεύσει σε ένα ενδεχόμενο προσκλητήριο του ελληνικού λαού να προσφέρει εκ νέου τις υπηρεσίες του στη χώρα, όπως ακριβώς έγινε το 1923 με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στις 8 και στις 10 Μαρτίου τρεις εκρήξεις βομβών -πρωτοφανή συμβάντα για την εποχή- αναστάτωσαν την Αθήνα και έβαλαν και στον πλέον ανυποψίαστο πολίτη τη σκέψη ότι οι λεγόμενες «δυνάμεις της ανωμαλίας» είναι υπαρκτές και κυρίως αδίστακτες[9].

Από τα μέσα Μαρτίου το ερώτημα δεν ήταν πλέον αν θα γίνει πραξικόπημα, αλλά πότε ακριβώς θα γινόταν και ποιος από τους πολλούς επίδοξους δικτάτορες θα προλάβαινε πρώτος.

Στις 24 Μαρτίου η CIA ανέφερε στον Αμερικανό πρεσβευτή ότι ο αρχηγός Στρατού Γρ. Σπαντιδάκης είχε ήδη δώσει εντολή να γίνουν οι ετοιμασίες για τη διενέργεια ανά πάσα στιγμή πραξικοπήματος βάσει του σχεδίου «Ιέραξ ΙΙ», το οποίο θα εξετελείτο μόλις έδινε την εντολή ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Από τις 20 Μαρτίου ο νεαρός μονάρχης είχε ειδοποιήσει την αμερικανική πρεσβεία ότι «σκέπτεται να αναβάλει» τις εκλογές. Στο μεταξύ, η CIA από τις 9 Μαρτίου είχε ενημερώσει την πρεσβεία για όλες τις λεπτομέρειες του σχεδίου πραξικοπήματος, αναφέρονται μέχρι τους κωδικούς των επιχειρήσεων και τη συγκεκριμένη, λεπτομερειακή αποστολή της κάθε μονάδας που θα κινούσαν οι πραξικοπηματίες. Ο αρχηγός Στρατού Γρ. Σπαντιδάκης ενημέρωσε μάλιστα τις πρώτες μέρες του Μαρτίου τη CIA ότι «ανεπίσημα» βρίσκονταν ήδη σε επιφυλακή ανώτατοι αξιωματικοί -άνθρωποι των πραξικοπηματιών που υπηρετούσαν σε θέσεις-κλειδιά, συν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Ο Σπαντιδάκης επρόκειτο να επισκεφθεί την Ουάσινγκτον στις 28 Μαρτίου. Λίγες μέρες νωρίτερα, κατέβασε τανκς από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, με πρόσχημα την «επιβλητική» παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Τα τεθωρακισμένα παρέμειναν όμως στην πρωτεύουσα και μετά την 25η Μαρτίου για «επισκευές» στο Γουδί, όπου διοικητής ήταν ο εκ των κορυφαίων πραξικοπηματιών ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός. Από τις 22 Μαρτίου η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου είχε ανακοινώσει επισήμως ότι οι εκλογές θα γίνονταν στις 28 Μαΐου και οι επίδοξοι πραξικοπηματίες δεν είχαν καμία πρόθεση να επιτρέψουν τη διεξαγωγή τους.

Στις 26 Μαρτίου ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Ιωάννης Παρασκευόπουλος ειδοποίησε τον έκπληκτο Αμερικανό πρεσβευτή ότι κατόπιν εντολής του βασιλιά ο Σπαντιδάκης δεν θα μετέβαινε στις Η.Π.Α. Την επομένη, 27 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός συγκάλεσε το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας και αποστράτευσε τον αρχηγό ενόπλων δυνάμεων στρατηγό Τσολάκα, αντικαθιστώντας τον με τον φανατικό μοναρχικό ναύαρχο Σπυρίδωνα Αυγέρη.

Την ίδια κιόλας ημέρα η υπηρεσία αναλύσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκτίμησε την αλλαγή αυτή ως έναρξη του σχεδίου αναβολής των εκλογών και επιβολής δικτατορίας[10].

Η αντικατάσταση του αρχηγού ΓΕΕΘΑ προκάλεσε σοβαρότατες αντιδράσεις, καθώς ερμηνεύτηκε ως κίνηση στο πλαίσιο προετοιμασίας πραξικοπήματος. Ο Γεώργιος Πανανδρέου δεν τόλμησε όμως να ανατρέψει την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου για την απόφασή της αυτή, καθώς φοβήθηκε ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην άμεση κήρυξη δικτατορίας. «Ο Τσολάκας τιμωρείται διά το ανδρικό και υπερήφανον ήθος του, διότι δεν υπέκυψε» δήλωσε και πρόσθεσε: «Και όμως δεν αίρομεν την εμπιστοσύνην μας από την κυβέρνησιν. Δεν την ανατρέπομεν… Δεν θέλομεν να παράσχωμεν πρόφασιν δια την ματαίωσιν των εκλογών και να παράσχωμεν ευκαιρίας προς την χούνταν, η οποία υπάρχει και συνωμοτεί και καιροφυλακτεί«.

Στις 29 Μαρτίου ο Κωνσταντίνος ζήτησε ευθέως από τον Αμερικανό πρεσβευτή «τη σοφή αμερικανική υποστήριξη για την επιβολή δικτατορίας» και ρώτησε «αν μπορεί να υπολογίζει στη βοήθεια των ΗΠΑ, σε περίπτωση που αναγκαζόταν να προχωρήσει σε εκτροπή», όπως αναφέρει απόρρητη αναφορά της πρεσβείας προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Στις 3 Απριλίου ήρθε η απάντηση από την Ουάσινγτον, με επείγον τηλεγράφημα του βοηθού υφυπουργού Εξωτερικών Στούαρτ Ρόκγουελ: «Για λόγους αρχής οι ΗΠΑ θα είναι φυσικά αντίθετες σε μια εξωκοινοβουλευτική κίνηση. Θα πρέπει να υπογραμμίσετε πως η αντίδραση των ΗΠΑ δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, αλλά θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες που θα επικρατούν εκείνη τη στιγμή» [11]. Επρόκειτο για έμμεσο αλλά σαφέστατο «πράσινο φως» για την εκδήλωση πραξικοπήματος, αφού εξαρτούσε τη στάση της Ουάσινγκτον από τα συγκεκριμένα δεδομένα του πραξικοπήματος και δεν το απέκλεισε ως λύση εκ των προτέρων.

Την ίδια κιόλας μέρα ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό της ΕΡΕ Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Αφορμή για την ανατροπή της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου ήταν η άρνηση της ΕΡΕ να ψηφίσει τροπολογία της Ένωσης Κέντρου, η οποία προέβλεπε ότι η ασυλία των μελών της Βουλής ισχύει και κατά την προεκλογική περίοδο. Σκοπός της τροπολογίας ήταν να αποτραπεί σύλληψη του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Την τροπολογία υποστήριξε και η Ε.Δ.Α. διά του Ηλία Ηλιού, η οποία μάλιστα επανήλθε σε παλαιότερη πρότασή της για ταυτόχρονη αμνήστευση των υποθέσεων ΑΣΠΙΔΑ και «Περικλής».

Ο Κωνσταντίνος άρχισε διαβουλεύσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε ήδη ζητήσει σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης και διενέργεια εκλογών εντός των συνταγματικών προθεσμιών. Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ιωάννης Πασαλίδης πρότεινε στον Κωνσταντίνο τη συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε τη συγκρότηση οικουμενικής, ενώ παράγονες, εμφανιζόμενοι ως «καλώς πληροφορημένοι», διατύπωσαν τον ισχυρισμό ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο σχηματισμού εκλογικές κυβέρνησης της ΕΡΕ.

Τελικώς, στις 3 Απριλίου ο Κωνσταντίνος ανέθεσε το σχηματισμό κυβερνήσεως στον αρχηγό της ΕΡΕ. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος συγκρότησε μέσα σε δύο ώρες την κυβέρνησή του η οποία ορκίστηκε την ίδια ημέρα. Ο Καραμανλής, από το Παρίσι, τον συνεχάρηκε.

«Καταγγέλλω προς τον ελληνικόν λαόν το νέον πραξικόπημα. Ο βασιλεύς δυστυχώς προτίμησε να γίνη κομματάρχης«, δήλωσε ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Κανένα κόμμα δεν δέχτηκε να στηρίξει την κυβέρνηση της ΕΡΕ, η οποία δεν εμφανίστηκε στη Βουλή. Μέσα στο κλίμα αυτό, οι Αμερικανοί πληροφορήθηκαν ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωσε στον Κωνσταντίνο ότι αν καταστεί σαφές πως η Ένωση Κέντρου θα κερδίσει οπωσδήποτε τις επικείμενες εκλογές, τότε αυτός ήταν διατεθειμένος να τις αναβάλει επ’ αόριστον και να καταστεί «ντε φάκτο δικτάτορας». Ο Κωνσταντίνος ενημέρωσε τον στρατηγό Σπαντιδάκη για την «προσφορά» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου να ηγηθεί της δικτατορίας, αλλά ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι προτιμά ως δικτάτορα τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Ο αρχηγός Στρατού Σπαντιδάκης έσπευσε κι αυτός να ενημερώσει τους Αμερικανούς για την παραπάνω συζήτησή του με τον βασιλιά περί του προσώπου του δικτάτορα.

Στις 7 Απριλίου ο Αμερικανός πρεσβευτής συναντήθηκε με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος του τόνισε: «Μπορείτε να είστε βέβαιοι για ένα πράγμα. Το ελληνικό έθνος δεν θα παραδοθεί ποτέ στους κομμουνιστές ή τον Ανδρέα Παπανδρέου. Θα διασωθεί η πραγματική δημοκρατία, όχι η ψεύτικη που υποστηρίζουν ο Ανδρέας και οι φίλοι του. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει καμία ασάφεια«. Οι Αμερικανοί ήταν πλέον βέβαιοι ότι εκτός από τον Κωνσταντίνο και τον αρχηγό Στρατού Γρ. Σπαντιδάκη και ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν σύμφωνος για την επιβολή δικτατορίας, αν κέρδιζε τις εκλογές ο Γεώργιος Παπανδρέου. «Τώρα έχουμε την υποστήριξη του πρωθυπουργού στο μήνυμα που μου έδωσε την περασμένη εβδομάδα ο βασιλιάς«, υπογράμμιζε στην απόρρητη αναφορά του προς την Ουάσινγκτον την ίδια ημέρα ο πρέσβης Φίλιπς Τάλμποτ.

Στις 13 Απριλίου ο Αμερικανός πρεσβευτής έστειλε απόρρητη επιστολή προς τον υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ. Με δραματικούς τόνους περιέγραφε τις «συμφορές» που περίμεναν τις Η.Π.Α. από ενδεχόμενη εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η χώρα οδηγείται σε μια άγρια επιλογή ανάμεσα στη δικτατορία και τις επιθέσεις υπό την καθοδήγηση του Ανδρέα Παπανδρέου εναντίον της μοναρχίας και των συμμαχιών της Ελλάδας με ξένες δυνάμεις… Μια κυβέρνηση με τον Ανδρέα να διοικεί από το παρασκήνιο ή στο τιμόνι, θα μετέτρεπε τη στρατιωτική ιεραρχία σε όργανο που θα ελέγχεται από το κόμμα. Έτσι θα σπάσει ουσιαστικά ο έλεγχος και η επιρροή του βασιλιά και των άλλων ισχυρών κέντρων επιρροής στη χώρα… Οι άνετες και ικανοποιητικές ελληνοαμερικανικές σχέσεις των τελευταίων 20 ετών θα υποχωρήσουν αναπόφευκτα και τη θέση τους θα πάρουν εντάσεις… Οι Σοβιετικοί δεν θα αργήσουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση… Ο Ανδρέας μοιάζει ικανός, υπό την πίεση των γεγονότων και εφόσον τους επιτραπει, να κατεδαφίσει τους παραδοσιακούς ελληνικούς θεσμούς και πολιτικές και να οδηγήσει τη χώρα σε ακόμη πιο νασερική κατεύθυνση… Κάθε αμερικανική ενέργεια σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να είναι αποφασιστική και ταχύτατη«.

Το μεσημέρι της 14ης Απριλίου ο φρούραρχος της Βουλής θυροκόλλησε το διάταγμα διάλυσής της, καθώς ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος πείστηκε ότι ήταν αδύνατο να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης και προκήρυξε εκλογές για τις 28 Μαΐου, ώστε να παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο ίδιος, κάτι που ήταν αναγκαίο για τη σχεδιαζόμενη αντισυνταγματική εκτροπή. Θα περνούσαν εφτάμισι χρόνια μέχρι να ξανανοίξει η Βουλή[12]. Το καθεστώς της χούντας δικαιολόγησε την κατάληψη της εξουσίας υποστηρίζοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να καταληφθεί η εξουσία από τους κομμουνιστές. Οι πραξικοπηματίες ισχυρίστηκαν ότι είχαν ανακαλύψει εβδομήντα φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με ψεύτικες στρατιωτικές στολές, που οι κομμουνιστές θα χρησιμοποιούσαν για να κάνουν πραξικόπημα. Ποτέ δεν παρουσίασαν κάποιο από αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία και σύντομα και οι ίδιοι εγκατέλειψαν τη πρόφαση του επερχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.

Το χρονικό του πραξικοπήματος

Οι συνωμότες διστάζουν

Ο συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και ο συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος συναντήθηκαν στο αρχηγείο των τεθωρακισμένων στο Γουδή, στις 11.30΄ της Πέμπτης 20ης Απριλίου. Ο Παπαδόπουλος δεν είχε λάβει ακόμα κάποιες πληροφορίες και πρότεινε να αναβάλουν το πραξικόπημα κατά είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Παττακός αρνήθηκε κι η διαφωνία τους κράτησε αρκετή ώρα. Τελικά ο Παττακός ανακοίνωσε στους άλλους συνωμότες ότι εκείνος θα ξεκινούσε το κίνημα είτε τον ακολουθούσαν, είτε όχι [13] και τότε συμφώνησαν κι οι υπόλοιποι. Ωστόσο, το πραξικόπημα είχε ήδη καθυστερήσει κατά μία ώρα και οι πρώτες μετακινήσεις μονάδων άρχισαν μετά τη 1 π.μ. O λόγος που δίσταζε ο Παπαδόπουλος ήταν γιατί το μεσημέρι της ίδιας μέρας κάποιος είχε τηλεφωνήσει ανώνυμα στη γυναίκα του συνταγματάρχη Λάζαρη και της είχε πει ότι η πολιτική ηγεσία ήξερε για τη βραδινή κίνηση.[εκκρεμεί παραπομπή]

Την ίδια μέρα, ο αρχηγός Στρατού Γρ. Σπαντιδάκης κάλεσε σε σύσκεψη 6 αντιστράτηγους, τους πιο έμπιστους, και τους τόνισε ότι έφτασε η ώρα για επέμβαση του στρατού. Όλοι συμφώνησαν μαζί του και τον εξουσιοδότησαν να συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο και να του ζητήσει εκ μέρους όλων να δώσει την εντολή εκτέλεσης του σχεδίου «Ιέραξ ΙΙ» για τη διενέργεια του πραξικοπήματος. Κανόνισαν νέα σύσκεψη έπειτα από ένα τετραήμερο, για τη Δευτέρα 24 Απριλίου, αν μέχρι τότε ο βασιλιάς δεν είχε διατάξει να γίνει το πραξικόπημα. Η CIA ήταν πλήρως ενημερωμένη για το περιεχόμενη της σύσκεψης των στρατηγών.

Σύμφωνα με αμφιλεγόμενης αξιοπιστίας μαρτυρίες από τον κύκλο των πραξικοπηματιών και δη του Στυλιανού Παττακού, ο οποίος είχε τη μικρότερη γνώση των πραγματικών παρασκηνίων της συνωμοσίας, ο αντιστράτηγος Ζωιτάκης ενημέρωσε τον Νικόλαο Μακαρέζο για την απόφαση των στρατηγών να στείλουν τον Σπαντιδάκη στον Κωνσταντίνο κι έτσι οι συνταγματάρχες αποφάσισαν να κάνουν το δικό τους πραξικόπημα την ίδια κιόλας νύχτα, για να προλάβουν το πραξικόπημα των στρατηγών.

Έλεγχος τηλεπικοινωνιών

Πρώτα κινήθηκαν τα τμήματα των καταδρομέων (ΛΟΚ). Αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της επιτυχίας του κινήματος, που θα είχε πιθανότητες επικράτησης μόνο αν οι μονάδες αυτές κατόρθωναν να καταλάβουν όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα χωρίς να δοθεί το σήμα συναγερμού. Δεν έπρεπε να ειδοποιηθούν και να κινητοποιηθούν ο βασιλιάς, οι στρατηγοί και η κυβέρνηση πριν ολοκληρωθούν οι βασικοί στόχοι του κινήματος. Οι τηλεπικοινωνίες –κτίριο της ΕΡΤ (τότε ΕΙΡ), τηλεόραση, ραδιοφωνικοί σταθμοί, τηλεφωνικό κέντρο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ασυρμάτου- κατελήφθησαν μεταξύ 1 και 1.30΄ π.μ. χωρίς να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Στους δρόμους επικρατούσε ησυχία, αφού δεν είχαν ακόμα κινηθεί τα τανκς και δεν κυκλοφορούσαν ομαδικά διάφορα στρατιωτικά καμιόνια. Οι στρατιώτες μετακινούνταν γρήγορα και αθόρυβα, κατά μικρές ομάδες, στους προκαθορισμένους στόχους δίχως να κινούν την προσοχή ή την περιέργεια. Ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο στους αθηναϊκούς δρόμους. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι στρατιώτες της χούντας είχαν θέσει υπό το λειτουργικό έλεγχό τους όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα.

Πλαστογράφηση – Σχέδιο Προμηθεύς

Ο Παπαδόπουλος είχε ετοιμάσει μια γραπτή διαταγή που όριζε τις μετακινήσεις των αναγκαίων στρατιωτικών μονάδων, πλαστογραφώντας το όνομα του βασιλιά. Οι συνωμότες απευθύνθηκαν στους αγουροξυπνημένους στρατιώτες διαβάζοντας τη, δήθεν υπογεγραμμένη από το βασιλιά, διαταγή και τους ανέπτυξαν το σχέδιο μάχης, στο όνομα του βασιλιά. Στη συνέχεια, ο Παπαδόπουλος έστειλε το κωδικό σήμα για την ενεργοποίηση του Σχεδίου Προμηθεύς, σχέδιο εκτάκτης ανάγκης του ΝΑΤΟ. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του σοβιετικού στρατού[14]. Βασικό στοιχείο του σχεδίου ήταν ότι έθετε όλες τις στρατιωτικές μονάδες υπό την άμεση ηγεσία του υπουργού Άμυνας ή του αρχηγού ΓΕΣ, στρατηγού Σπαντιδάκη ή του βασιλιά, απαγορεύοντας ρητά την υπακοή τους σε οποιαδήποτε άλλη διαταγή.

Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.

Συλλήψεις

Έχοντας πια στη διάθεσή τους τηλέφωνα και ασυρμάτους, οι κινηματίες ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους, στις συλλήψεις. Υπό τη διεύθυνση του Ιωάννη Λαδά εξόρμησαν πολυάριθμα μικρά αποσπάσματα της ΕΣΑ και διαφόρων στρατιωτικών σχηματισμών, τα οποία άρχισαν, σύμφωνα με σχέδιο λεπτομερώς κατηρτισμένο, τις συλλήψεις πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων που κατείχαν καίριες θέσεις στον μηχανισμό του κράτους, με πρώτο στόχο τον πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Την ίδια ώρα κατελήφθη το συγκρότημα του Πενταγώνου με συνδυασμένη επιχείρηση από μέσα και απ’ έξω, υπό τη γενική διεύθυνση του διοικητή της ΕΣΑ συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά. Ο Παπαδόπουλος έφτασε στο Πεντάγωνο, όπου τον περίμεναν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς και ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Ασλανίδης. Οι στασιαστές όρμησαν μέσα και κατέλαβαν το κτίριο, χωρίς πάλι να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Δώδεκα τανκς κι οκτώ θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού κύκλωσαν το Πεντάγωνο, ενώ άλλα τανκς βρέθηκαν μπροστά στα κτίρια της τηλεόρασης, των ραδιοφωνικών σταθμών και των τηλεφωνικών κέντρων, ώστε να αποκρουστεί κάθε απόπειρα ανακατάληψής τους. Κι αφού είχαν δρομολογηθεί οι συλλήψεις, διάφορες μονάδες, με μυημένους αξιωματικούς, κινήθηκαν και κατέλαβαν στρατηγικά σημεία της Αθήνας, στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από μεγάλα ξενοδοχεία (Χίλτον) και τανκς σφράγιζαν τους δρόμους που οδηγούσαν από την επαρχία στην Αθήνα. Αποκλείστηκε και το αεροδρόμιο του Ελληνικού, ενώ στο στρατόπεδο Διονύσου ο διοικητής των ΛΟΚ συνταγματάρχης Κ. Ασλανίδης παρέμενε με τον όγκο της δύναμής του ως γενική εφεδρεία.

Τέλος, μια σημαντική δύναμη ελαφρών αρμάτων με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, κύκλωσε τα ανάκτορα Τατοΐου, το ομώνυμο γειτονικό αεροδρόμιο και την έπαυλη όπου έμενε η Φρειδερίκη με τις κόρες της[15].

Η πρώτη ειδοποίηση που πήρε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος για όσα συνέβαιναν ήταν από τον υπασπιστή του, ταγματάρχη Μιχάλη Αρναούτη, όταν είδε ομάδα στρατιωτών να εισβάλλει στην κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό. Το τηλέφωνό του όμως νεκρώθηκε και τελικώς συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο. Από τις βροντές των πυροβολισμών, ξύπνησε και η Μαργαρίτα Παπανδρέου[16]. Η κατοικία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν γειτονική του Μιχάλη Αρναούτη. Ένας λοχαγός και τέσσερις κομάντος εισέβαλαν στην οικία και μετά από επεισοδιακή καταδίωξη συνέλαβαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κωνσταντίνος αμέσως τηλεφώνησε στον πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο όπου ο τελευταίος τον πληροφορούσε ότι τον συνελάμβαναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στις 2.23’ το πρωί.

Η δεύτερη ειδοποίηση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα ήρθε στις 2.10΄ το πρωί, όταν ο αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας Τασιγιώργος άκουσε τις κινήσεις των στρατιωτικών μονάδων και τηλεφώνησε στον υπουργό Δημοσίας Τάξης Γεώργιο Ράλλη. Ο Ράλλης προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο Τατόι, αλλά το τηλέφωνό του είχε νεκρωθεί. Κατευθύνθηκε στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα, από όπου κατόρθωσε μέσω ασυρμάτου Motorola να συνδεθεί με το βασιλιά. Ο βασιλιάς έδωσε εντολή στον Ράλλη να επικοινωνήσει με τους αξιωματικούς υπηρεσίας των Σωμάτων Στρατού στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και σε άλλες πόλεις, να τους θέσει σε κατάσταση συναγερμού και να κινηθούν προς την Αθήνα. O Γεώργιος Ράλλης προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον επιτελάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού, ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη, για να κινητοποιήσει τις δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη. Μόλις έλαβε το σήμα, ο Βιδάλης βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Έσπευσε να ζητήσει οδηγίες από το ΓΕΣ και ο στρατηγός Σπαντιδάκης τον διαβεβαίωσε, ψευδώς, στο τηλέφωνο ότι ο βασιλιάς ήταν σύμφωνος με ό,τι είχε γίνει και ότι έπρεπε να ανγνοήσει τη διαταγή Ράλλη[17].

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα μέλη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ο Γεώργιος Παπανδρέου συνελήφθη από αξιωματικούς στις 2.45΄ λέγοντάς τους, με τα προτεταμένα όπλα προς αυτόν: «Είναι η πέμπτη φορά που μου συμβαίνει!».

Πριν η ώρα πάει 3.00 π.μ., οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό τους την Αθήνα. Είχαν εγκλείσει τους σημαντικότερους κρατούμενούς τους στους θαλάμους των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών, στο δεύτερο όροφο της Σχολής Τεθωρακισμένων στο Γουδί, εκτός τον Κανελλόπουλο που μεταφέρθηκε στο Πεντάγωνο, όπου είχαν μεταφερθεί και οι στρατιωτικές προσωπικότητες. Πλήθος αριστερών πολιτών συσσωρεύτηκε στον Ιππόδρομο, στο γήπεδο της Α.Ε.Κ., στο Φαληρικό Δέλτα, στο γήπεδο Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου μεταφέρθηκε κι αυτός στο Γουδί, τραυματισμένος στο πόδι από πτώση κατά τη σύλληψή του, καθώς προσπάθησε να διαφύγει.

Ολόκληρη η πολιτική ηγεσία συνελήφθη με καταπληκτική ευκολία. Δεν διέφυγε κανένας. Όλοι περίμεναν πραξικόπημα, όλοι μιλούσαν γι’ αυτό αλλά κανένας δεν ήταν έτοιμος να το αντιμετωπίσει. Ούτε η Αριστερά. Κατά τραγική ειρωνεία η Αυγή δημοσίευε εκείνες τις ημέρες τρία προγραμματισμένα άρθρα υπό τον τίτλο «Γιατί δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία». Δεν πρόλαβε να τα ολοκληρώσει. Είχαν δημοσιευθεί μόνο τα δύο. Το τρίτο έμεινε στο τυπογραφείο, τη νύχτα του πραξικοπήματος.

Στις 4.30 τα χαράματα ο Αμερικανός στρατιωτικός ακόλουθος Γουίλιαμς τηλεφώνησε στα θερινά ανάκτορα στο Τατόι, όπου βρισκόταν ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ήταν πανικόβλητος: «Έχουν περικυκλώσει το σπίτι του αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων ναύαρχου Αυγέρη και ίσως να έχουν ήδη συλλάβει τον στρατηγό Σπαντιδάκη, αν και δεν είμαι βέβαιος. Έρχονται τώρα προς τα εδώ. Ειδοποιήστε τον Έκτο Στόλο, ενημερώστε την Ουάσινγκτον και πείτε τους να στείλουν τον στρατό σας!«.

Διαπραγματεύσεις

Στις 5.30΄ το πρωί, ο Ράλλης τηλεφώνησε πάλι στον βασιλιά, του ανέφερε τις προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τα Σώματα και του συνέστησε: «Παθητική αντίσταση Μεγαλειότατε, και ίσως αργότερα κάτι μπορέσετε να κάμετε» .[18]

Στις 6.30΄ το πρωί της 21ης Απριλίου, ο ραδιοφωνικός σταθμός των ενόπλων δυνάμεων άρχισε να μεταδίδει την ανακοίνωση: «Λόγω της δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, από του μεσονυκτίου ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας. Ακολούθησε η ανάγνωση υποτιθέμενου βασιλικού διατάγματος:

«Κωνσταντίνος Βασιλεύς των Ελλήνων.
Έχοντες υπ’ όψιν το άρθρον 91 του Συντάγματος και κατόπιν εισηγήσεως της Κυβερνήσεως, αναστέλλομεν τας διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 του εν ισχύι Συντάγματος καθ’ όλον το Κράτος λόγω εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων. Ο ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός δημοσιεύσει και εκτελέσει το διάταγμα τούτο.

Εν Αθήναις τη 21η Απριλίου 1967
Κωνσταντίνος Βασιλεύς των Ελλήνων
Το υπουργικόν Συμβούλιον
Ο Πρόεδρος, τα μέλη…»

Αυτό σήμαινε ότι δεν ίσχυαν πια οι διατάξεις που προέβλεπαν:

  • Οτι κανένας δε συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα,
  • Το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων,
  • Το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία,
  • Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου,
  • Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *