ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΖΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΡΟΝΟΙΟΥ ΣΠΙΝΕΛΙ ΓΚΡΟΥΠ ΤΟΥ ΕΚ

Κόσμος

Έκδοση ευρωομολόγων με εγγύηση της Κομισιόν ζητά για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού το Σπινέλι Γκρουπ του ΕK

Έκδοση ευρωομολόγων με εγγύηση της Κομισιόν ζητά για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού το Σπινέλι Γκρουπ του ΕK

 

• Έκδοση ευρωομολόγων με εγγύηση της Κομισιόν, δραστική ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού και σημαντική αύξηση των ίδιων πόρων, ζητά για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού το Σπινέλι Γκρουπ του Ευρωκοινοβουλίου

• Συνυπογράφει ο Δημ. Παπαδημούλης

• «Ένα Ταμείο Ανάκαμψης που θα εκδίδει ευρωομόλογα είναι η πιο άμεση και απλή λύση στην παρούσα, οξεία κρίση της Ευρώπης»


Την έκδοση ευρωομολόγων ανασυγκρότησης με μακρά ωρίμανση και εγγύηση της Κομισιόν, την δραστική ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού και τη σημαντική αύξηση των ίδιων πόρων της ΕΕ ζητούν σε έκθεσή τους τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σπινέλι Γκρουπ του Ευρωκοινοβουλίου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πολυεπίπεδη κρίση του κορονοϊού στην Ευρώπη και να αρθεί το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ 2021-27).
Την έκθεση υπό τον τίτλο “Μια ομοσπονδιακή Ευρώπη: Η έξοδος από την κρίση“ συνυπογράφουν μεταξύ άλλων, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Δημήτρης Παπαδημούλης, ο επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας του Δημοκρατικού Κόμματος στο ευρωκοινοβούλιο, Brando Benifei, και ο Βέλγος ευρωβουλευτής και πρώην Πρόεδρος της Πολιτικής Ομάδας των Φιλελευθέρων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Guy Verhofstadt.
«Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο είναι υπό διαπραγμάτευση, ενώ βρισκόμαστε στη μέση μιας ευρύτερης πολιτικής κρίσης που προκαλείται από την πανδημία του κορονοϊού» επισημαίνουν οι συνυπογράφοντες ευρωβουλευτές, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη να δοθεί μια αποτελεσματική απάντηση στην κρίση της πανδημίας, η οποία να προϋποθέτει «την κατανομή των κινδύνων και τη συγκέντρωση πόρων σε Ενωσιακό επίπεδο».

Σε αυτό το πλαίσιο, ζητούν αφενός, να αυξηθούν σημαντικά οι ίδιοι πόροι της ΕΕ, μέσω της εύρεσης νέων πηγών εσόδων, οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την επιβολή φόρων επί των μη ανακυκλώσιμων πλαστικών και του συστήματος εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα της ΕΕ, την εισαγωγή ενός ψηφιακού φόρου και την υιοθέτηση ενός εταιρικού φόρου, και αφετέρου καλούν την Κομισιόν να δράσει για να δημιουργηθεί ένα ευρωομόλογο ανάκαμψης, το οποίο θα διασφαλίζεται από την Ένωση και όχι από τα κράτη μέλη.
«Ένα Ταμείο Ανάκαμψης που θα εκδίδει ευρωομόλογα είναι η πιο άμεση και απλή λύση στην παρούσα, οξεία κρίση της Ευρώπης» καταλήγουν οι συνυπογράφοντες ευρωβουλευτές.

Ακολουθεί ολόκληρη η έκθεση (μεταφρασμένη στα ελληνικά):
ΣΠΙΝΕΛΙ ΓΚΡΟΥΠ
Αυτή η έκθεση προτείνει έναν τρόπο για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (2021-27). Προτείνουμε την αναδιάρθρωση του Προϋπολογισμού της ΕΕ σε ομοσπονδιακά και συνομοσπονδιακά μέρη. Τα ευρωομόλογα, τότε, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, χωρίς αλλαγή της συνθήκης ή παραβίαση του κανόνα για έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό, και χωρίς επιπλέον κόστος για τα εθνικά ταμεία. Μόνο εάν η ΕΕ ενεργήσει ομοσπονδιακά, θα αποκτήσει την κοινή δημοσιονομική πολιτική που χρειάζεται για να επενδύσει στην οικονομική ανάκαμψη.
Μια ομοσπονδιακή Ευρώπη: Η έξοδος από την κρίση
Από τη δημόσια υγεία στη συνταγματική κρίση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται για ακόμη μία φορά σε αδιέξοδο. Η πανδημία του κορονοϊού έχει δημιουργήσει μια νέα οικονομική κρίση. Ενώ ήταν βέβαιο πως μετά την οικονομική κρίση του 2008 θα εμφανιζόταν κάποια στιγμή ένα ακόμα οικονομικό σοκ, δεν ήμασταν σίγουροι για το χρονοδιάγραμμα, την προέλευση και τη συμμετρία αυτού. Ούτε θα μπορούσαμε να προβλέψουμε την μεγάλη κλίμακα της κρίσης: την κατάρρευση της προσφοράς και της ζήτησης, το κλείσιμο τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο του 2020 πολλών επιχειρήσεων και την ταχέως αυξανόμενη ανεργία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία βαθιά ύφεση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αρκετά ισχυρή για να αντιμετωπίσει αυτή την κρίση με γαλήνη. Το σχέδιο ενοποίησης, 70 ετών σήμερα, απέχει αρκετά από το να ολοκληρωθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πείραμα ολοκλήρωσης που πραγματοποιείται σε πραγματικό χρόνο. Δεν υπάρχει προηγούμενο για έναν αριθμό εθνών-κρατών να συμμετέχουν εθελοντικά στην οικοδόμηση μιας ομοσπονδιακής ένωσης. Η εμφάνιση παλαιότερων ομοσπονδιών, ιδίως των ΗΠΑ, διατυπώνουν αναλογίες, αλλά δεν προσφέρουν έναν σαφή χάρτη πορείας για την σύγχρονη Ευρώπη.
Ως εκ τούτου, η Ένωση είναι σήμερα ένα υβρίδιο, εν μέρει ομοσπονδιακό και εν μέρει συνομοσπονδιακό. Η ομοσπονδιακή φιλοδοξία – για “όλο και πιο στενή Ένωση” – δεν είναι νεκρή, αλλά δεν επιτάσσει, πλέον, την πίστη όλων των κρατών-μελών ή των πολιτικών κομμάτων.1 Μέσω διαδοχικών αλλαγών στις Συνθήκες και ορισμένης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την εύρεση πορείας, η Ένωση οικοδόμησε την υπερεθνική της εξουσία. Αλλά τα περισσότερα θεσμικά όργανα της ΕΕ εξακολουθούν να λειτουργούν με διακυβερνητικό τρόπο και παραδοσιακές διπλωματικές μεθόδους. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε μια συνομοσπονδιακή Ευρώπη είναι αργή και άτακτη, αφήνοντας το δυναμικό της Ένωσης στο σύνολό του ανεκπλήρωτο και τη διακυβέρνησή της αδύναμη.
Η εξάπλωση του κορονοϊού ρίχνει την Ευρωπαϊκή Ένωση στην επόμενη συνταγματική της κρίση. Διότι, η Ένωση είναι μια ημιτελής υπόθεση (‘’unfinished business’’), μια εύθραυστη πολιτεία υπό πίεση. Η συζήτηση για το «μέλλον της Ευρώπης» είναι αβέβαιη. Καμία σταθερή συναίνεση γύρω από το τελικό μέγεθος και το σχήμα της Ένωσης δεν έχει επιτευχθεί. Πράγματι, το Ηνωμένο Βασίλειο -ένα από τα μεγαλύτερα κράτη της Ένωσης- μόλις αποχώρησε. Οι ευρωσκεπτικιστές ηγέτες σε Ουγγαρία και Πολωνία αμφισβητούν την υπόθεση του κράτους δικαίου, στην οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός της Ένωσης για νομιμότητα.2
Η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς και του ενιαίου νομίσματος αποτελούν σπουδαία επιτεύγματα. Ωστόσο, κινδυνεύουν να υπονομευθούν από την αποτυχία των ηγετών της ΕΕ να συνεχίσουν την διαδικασία ολοκλήρωσης στο λογικό της συμπέρασμα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) πρέπει να διαχειρίζεται την κοινή νομισματική πολιτική της, χωρίς τη βοήθεια μιας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής που διαχειρίζεται η Κομισιόν. Η ΕΚΤ αναμένεται να σταθεροποιήσει το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, χωρίς να έχει την κατάλληλη εποπτεία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του τομέα. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει κεντρική δημοσιονομική πολιτική για να συμπληρώσει τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών του ευρώ έχει οδηγήσει σε μια μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη δημιουργία μιας μοναδικής δημοσιονομικής αρχής για την Ευρωζώνη. Τίποτα δεν έχει αποφασιστεί, ωστόσο, αφήνοντας την ΕΚΤ αποκλειστικά υπεύθυνη για την κατανομή των κινδύνων στην Ευρωζώνη.
Φυσικά, μια κοινή δημοσιονομική πολιτική θα απαιτούσε τη δημιουργία μιας ευδιάκριτα ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Ένωσης. Η Κομισιόν έχει σχεδιαστεί για να ενεργεί ως πρωτο-κυβέρνηση, αλλά πρέπει να μοιράζεται την εκτελεστική της εξουσία με το Συμβούλιο σε πολλούς τομείς. Παρόλο που το ίδιο το Συμβούλιο, και ο ανώτερος εταίρος του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μπορούν να ψηφίσουν για τη λήψη αποφάσεων, συνήθως προτιμούν τη μεγαλύτερη και πιο δύσκολη πορεία δράσης, αυτή της ομοφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας για ομοφωνία εξακολουθεί να επιβάλλεται σε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις συνταγματικού χαρακτήρα.
Σε άλλους τομείς, επίσης, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα παραμένει ημιτελές. Η περίπλοκη ‘υπηρεσία εξωτερικής δράσης‘ δεν έχει σοβαρή κοινή εξωτερική πολιτική, και ακόμη λιγότερο δεν υπάρχει κοινή αμυντική πολιτική ή ολοκληρωμένες στρατιωτικές δυνάμεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάνει ό,τι μπορεί για να φέρει δημοκρατική λογοδοσία στην Ένωση, αλλά δεν εκλέγεται σε υπερεθνική βάση και δεν μετέχει σε ομοσπονδιακά πολιτικά κόμματα για να συνδεθεί με το εκλογικό σώμα. Επιπλέον, υπάρχουν ακόμη πάρα πολλοί περιορισμοί για την πλήρη νομοθετική εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρίως όσον αφορά τα δημοσιονομικά θέματα. Εν τω μεταξύ, τα εθνικά κοινοβούλια δεν μπορούν να ενεργήσουν ομοσπονδιακά, ακόμη κι αν το επιθυμούσαν. Σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, η επιρροή στη διαμόρφωση του γενικού συμφέροντος της Ένωσης παραμένει ασθενής.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) -η τελευταία Συνθήκη της Ένωσης- περιλαμβάνει διατάξεις που θα βελτιστοποιούσαν τη λήψη αποφάσεων με δημοκρατικό τρόπο, αλλά αυτές δεν χρησιμοποιούνται.3 Πουθενά αλλού οι εσωτερικές αντιφάσεις για τη δομή της ΕΕ δεν εκτίθενται περισσότερο απ’ ό,τι στον τακτικό γύρο διαφωνιών σχετικά με τις δαπάνες. Κάθε επτά χρόνια και μετά από εξουθενωτικές διαπραγματεύσεις για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), το οποίο πρέπει να αποφασίζεται ομόφωνα, αναστενάζουμε και λέμε ‘’ποτέ ξανά’’.4 Αλλά, η μεταρρύθμιση του συστήματος δεν λαμβάνει ποτέ χώρα. Ύστερα από εφτά χρόνια επιστρέφουμε στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε: με διαμάχες μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων κρατών, ξεφτισμένη διάθεση και, εν τέλει, υπoβέλτιστα αποτελέσματα.

Σε ποια θέματα διαφωνούμε;
Ο τρέχων προϋπολογισμός της ΕΕ ανέρχεται ετησίως σε 150 δισ. ευρώ (μικρότερος από αυτόν του Βελγίου) και αντιπροσωπεύει μόνο το 2% της συνολικής αγοραστικής δύναμης των εθνικών προϋπολογισμών των 27 κρατών μελών. Όπως και η ίδια η Ένωση, ο προϋπολογισμός αποτελεί ένα υβριδικό δημιούργημα, εν μέρει ομοσπονδιακό και εν μέρει συνομοσπονδιακό. Η δυνατότητα της ΕΕ για δανεισμό και δαπάνες περιορίζεται αυστηρά από το ανώτατο όριο του 1,23% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, όπως υπαγορεύεται στην απόφαση του 2014 για τους ‘’ίδιους πόρους’’5.
Τα έσοδα για τον προϋπολογισμό παρέχονται ως επί το πλείστον σε ομοσπονδιακή βάση. Το μεγαλύτερο μέρος -περίπου το 70%- του εισοδήματος της ΕΕ παρέχεται από άμεσες συνδρομές από τα εθνικά ταμεία, βάσει του ΑΕΕ του κάθε κράτους μέλους. Αυτά τα τέλη συμπληρώνονται από τη μεταφορά μιας δόσης από τον ΦΠΑ στις εθνικές αποδείξεις. Το υπόλοιπο των εσόδων -περίπου το 15%- προέρχεται από ‘’γνήσιους ίδιους πόρους’’, δηλαδή δασμούς, εισφορές και πρόστιμα που επιβάλλονται απευθείας στην Επιτροπή.
Οι συζητήσεις για τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις διαρκούν επ’ άπειρον. Έχουν γίνει πολλές καλές προτάσεις για να καταστεί το σύστημα πιο διαφανές και να επικεντρωθεί στη βελτίωση της προστιθέμενης αξίας των δαπανών της ΕΕ και ο προϋπολογισμός να κλίνει προς την κάλυψη σύγχρονων πολιτικών αναγκών (όπως η επιστημονική έρευνα, η ψηφιοποίηση και ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής) και μακριά από τις παραδοσιακές πολιτικές που χρειάζονται μεταρρύθμιση (κυρίως, η γεωργία). Αξιοσημείωτοι στόχοι για αυξημένη δικαιοσύνη, επάρκεια και σταθερότητα συμφωνούνται κατά κανόνα – στη συνέχεια όμως αγνοούνται στην πράξη. Η δημοκρατική λογοδοσία εξασθενεί, επειδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στερείται του δικαιώματος για συν-απόφαση επί των εσόδων.

Καμία σοβαρή διαρθρωτική μεταρρύθμιση των οικονομικών της ΕΕ δεν έχει πραγματοποιηθεί. Τα κράτη μέλη έχουν εμμονή με την πρακτική της δίκαιης ανταπόδοσης (“juste retour”) – αυτό που κάποτε η Μάργκαρετ Θάτσερ περιέγραψε, μάλλον αγενώς, ως ‘’επιστροφή των χρημάτων μας’’. Σε αυτή την κατάσταση, όπου η έννοια του κοινού καλού παραβλέπεται, η συζήτηση διαχωρίζει τις χώρες σε καθαρούς συνεισφέροντες και καθαρούς λήπτες. Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών του ‘’λιτού’’ Βορρά διακηρύττουν την άρνησή τους να αυξήσουν τα εμβάσματα προς τις σπάταλες χώρες του Νότου. Η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ κρατών και πολιτών, η οποία εμποτίζει τις συνθήκες της ΕΕ, εξαφανίζεται.6
Οι πρόσφατες προσπάθειες στο Συμβούλιο για τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρέδωσε ξανά την σκυτάλη στην Επιτροπή, στην οποία και ζητήθηκε να υποβάλει τις επόμενες εβδομάδες νέες προτάσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (2021-27). Μπορεί να τα καταφέρει;

Μη χάσουμε ποτέ μία κρίση
Παραδόξως, είναι τυχαίο ότι το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο είναι υπό διαπραγμάτευση στη μέση της ευρύτερης πολιτικής κρίσης που προκαλείται από την πανδημία. Εάν η Ένωση δεν μπορεί να αρθεί στο επίπεδο αυτής της μοναδικά κρίσιμης περίστασης, δικαιολογημένα θα αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση.
Θα απαιτηθεί μεσοπρόθεσμα μια τεράστια δημοσιονομική ώθηση για να ανακάμψει η Ευρώπη από την οικονομική κατάρρευση. Τον Απρίλιο, η ΕΕ συμφώνησε ένα μικρής κλίμακας πακέτο βραχυπρόθεσμων μέτρων για την αύξηση των πιστωτικών ορίων σε εκείνα τα κράτη που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία. Όσο χρήσιμες και αν είναι αυτές οι πρωτοβουλίες, δεν αποτελούν το ζήτημα για μια μακροοικονομική ανάκαμψη. Πράγματι, τα κράτη που δέχονται έπειτα από σκληρή πίεση προγράμματα διάσωσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (“ESM”) ή δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (“EIB”) θα επιβαρυνθούν περαιτέρω με επιπρόσθετο βάρος στο εθνικό τους χρέος. Οι περιφερειακές ανισότητες εντός της Ευρωζώνης θα ενισχυθούν. Τα spreads ήδη διευρύνονται παρά την ενεργή αγορά ιταλικών και ισπανικών ομολόγων από την ΕΚΤ. Είναι δύσκολο να δούμε με ποιον τρόπο η Ένωση μπορεί να αποτρέψει μια ακόμη τραπεζική κρίση, μόλις καταστεί σαφής η πλήρης κλίμακα της οικονομικής κρίσης.
Η Επιτροπή θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να υπενθυμίσει στο Συμβούλιο την ομοσπονδιακή αρχή της επικουρικότητας, όταν υποβάλλει τις προτάσεις της. Αυτή η αρχή καθοδηγεί την Ένωση να αναλάβει δράση σε Ενωσιακό επίπεδο ‘’εάν και στο βαθμό που οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη … αλλά μπορεί μάλλον, λόγω της κλίμακας ή των επιπτώσεων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης’’.7 Οι ευρωσκεπτικιστές χρησιμοποιούν εδώ και πολύ καιρό την επικουρικότητα ως επιχείρημα κατά της αύξησης των αρμοδιοτήτων της ΕΕ. Σήμερα, οι φεντεραλιστές πρέπει να αναμορφώσουν αυτή την αρχή για να υποστηρίξουν το ακριβώς αντίθετο.
Αυτονόητα, μια αποτελεσματική απάντηση στην κρίση της πανδημίας απαιτεί την κατανομή των κινδύνων και τη συγκέντρωση πόρων σε Ενωσιακό επίπεδο. Όταν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν την ευθύνη στη διαχείριση του κοινού κινδύνου, η εξουσία στη λήψη των αποφάσεων πρέπει να είναι ομοσπονδιακή και όχι συνομοσπονδιακή. Οι διακυβερνητικές ρυθμίσεις επιτρέπουν σε κάθε κράτος μέλος, ειδικά στα πλουσιότερα και μεγαλύτερα κράτη, να ασκήσουν βέτο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι συνομοσπονδίες είναι ακόμη πιο δύσκολο να διευθυνθούν απ’ ότι οι ομοσπονδίες, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με δημοκρατική πλειοψηφία. Από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει μακρά εμπειρία στο να λειτουργεί καλά μέσω της υπερεθνικής, Κοινοτικής μεθόδου – και κάπως λιγότερο καλά διακυβερνητικά.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν έχει μπει ακόμα στη διαδικασία να σκεφτεί ομοσπονδιακά. Στη Σύνοδο της 23ης Απριλίου, οι ηγέτες κατέληξαν σε μία μακρά και ασαφή επιχειρηματολογία σχετικά με το κατά πόσον τα πολύ περιορισμένα οικονομικά κίνητρα που συμφωνήθηκαν ύστερα από τόσο επίπονες διαδικασίες, θα πρέπει να λάβουν τη μορφή δανείων ή επιχορηγήσεων. Όταν η Πρόεδρος της Επιτροπής διατύπωσε τον ισχυρισμό υπέρ της κεντρικής θέσης που πρέπει να κατέχει ο προϋπολογισμός στο πακέτο διάσωσης, υπονοούσε ότι η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί με την αρμοδιότητα να αξιοποιεί χρήματα που έχουν εξασφαλιστεί έναντι της κοινής ευθύνης όλων των κρατών μελών. Ωστόσο, αυτή η πρόταση απορρίφθηκε, επειδή απέτυχε να απαλλάξει τις ‘λιτές’ χώρες από τον κίνδυνο τα ασθενέστερα κράτη να αθετήσουν τις δεσμεύσεις τους.

Ομοσπονδιακά ομόλογα ανάκαμψης
Τώρα είναι η ώρα να αναγκάσουμε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να συζητήσει την αξία του να εγκατασταθεί ένα επίπεδο αρμόδιας κυβέρνησης πάνω από το επίπεδο των κρατών μελών. Αξιοποιώντας την ευκαιρία για ριζική μεταρρύθμιση των οικονομικών της ΕΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού – ενός ομοσπονδιακού ευρωομολόγου, το οποίο θα διασφαλίζεται από την Ένωση και όχι από τα κράτη μέλη.8
Τα νέα κονδύλια που θα δημιουργηθούν δεν θα αποτελούν μέρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, αλλά οι τόκοι για τους κατόχους ευρωομολόγων που θα καταβάλλονται αποκλειστικά από αυτό το μέρος του προϋπολογισμού, βάσει των πραγματικών ίδιων πόρων. Το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο θα αναδιαρθρώσει και θα ταξινομήσει τον προϋπολογισμό σε δύο περιμετρικά και περιφραγμένα τμήματα. Οι εθνικές συνεισφορές με βάση το ΑΕΕ θα παραμείνουν ανεπηρέαστες από την ανάπτυξη της αυτόνομης δημοσιονομικής ικανότητας της Ένωσης. Τα εθνικά ταμεία θα εξοικονομήσουν χρήματα και θα διατηρηθεί ο σημαντικός κανόνας για έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό της ΕΕ.9

Για να λειτουργήσει αυτό το σχέδιο, δύο πράγματα πρέπει να συμβούν. Πρώτον, πρέπει να επεκταθεί δραστικά το τμήμα των εσόδων που προέρχεται από γνήσιους ίδιους πόρους. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει ήδη προτείνει ορισμένες νέες πηγές εσόδων. Σε αυτές περιλαμβάνονται: ένας ψηφιακός φόρος, φόροι επί των μη ανακυκλώσιμων πλαστικών και του συστήματος εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα της ΕΕ, καθώς και ένας εταιρικός φόρος έπειτα από συμφωνία για μια ενοποιημένη βάση. Άλλες ιδέες, συμπεριλαμβανομένης ενός φόρου επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, είναι, επίσης, διαθέσιμες. Επιπλέον, μια διεξοδική μεταρρύθμιση στο σύστημα του ΦΠΑ θα επέτρεπε μια δόση αυτού του φόρου να υποθηκεύεται απευθείας για τους σκοπούς της ΕΕ. Όποιοι νέοι φόροι εισαχθούν πρέπει να συνδεθούν με τις κοινές στρατηγικές πολιτικές της Ένωσης. Οι πολίτες της ΕΕ πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη ότι οι φόροι τους ξοδεύονται με παραγωγικό και αποτελεσματικό τρόπο.
Η δεύτερη απαραίτητη μεταρρύθμιση συνεπάγεται με την άρση του ανώτατου ορίου για τους ίδιους πόρους, προκειμένου να επιτραπεί η έκδοση μιας ευρείας κλίμακας ευρωομολόγων, χωρίς να διακυβεύεται η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ένωσης σε ΑΑΑ. Η Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν μίλησε για προσωρινή αύξηση του ανώτατου ορίου στο 2% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος. Ωστόσο, ένα μόνιμο ανώτατο όριο της τάξης του 2.5% θα επέτρεπε στην Ένωση να δανείζεται έως 400 δισ. κάθε χρόνο (2,8 τρισ. ευρώ κατά την επταετή περίοδο του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου).10 Αυτά τα χρήματα αποτελούν ένα σοβαρό ποσό προς διάθεση για το ταμείο της ΕΕ.
Όσον αφορά τον τύπο των ευρωομολόγων, υπάρχουν δύο επιλογές, η επιλογή των οποίων μπορεί να καθοριστεί από τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά και από τις οικονομικές προβλέψεις κατά τη στιγμή υιοθέτησής τους:
– Ομόλογα που θα εκδίδονται εις το διηνεκές, ή εκδόσεις δημόσιου χρέους με τη μορφή αέναων ομολόγων, χωρίς ημερομηνία αποπληρωμής του κεφαλαίου με πληρωμή προκαθορισμένων τοκομεριδίων
– Ομόλογα ωρίμανσης με τη μορφή μακροπρόθεσμων ετήσιων εσόδων (έως 30 ετών) με πληρωμή μεταβλητών επιτοκίων
Τα ευρωομόλογα ανάκαμψης υπόσχονται να είναι μια ελκυστική και χαμηλού κινδύνου επένδυση για κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες, θεσμικούς και ιδιωτικούς επενδυτές. Οι αγοραστές θα σηματοδοτούν την εμπορική και πολιτική εμπιστοσύνη στη σταθερότητα του ευρώ και την αντοχή της ίδιας της Ένωσης.

Πώς να ξοδεύονται τα χρήματα

Ένα μεγάλης κλίμακας Ταμείο οικονομικής ανάκαμψης της ΕΕ θα έχει διαφορετικούς στόχους. Κεντρικός του στόχος θα είναι οι παραγωγικές επενδύσεις, και ιδιαίτερα έργα ευρωπαϊκής διάστασης που δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν μέσω των κανονικών καναλιών, όπως η ΕΤΕπ. Ο μαζικός εμβολιασμός κατά του κορονοϊού είναι η προφανής προτεραιότητα. Μία άλλη προτεραιότητα είναι η οικοδόμηση της χωρητικότητας του 5G στην Ευρώπη, προτού ενισχυθεί η ευρωπαϊκή προσπάθεια στην έρευνα και την ανάπτυξη για το 6G και την τεχνητή νοημοσύνη. Η αναδιάρθρωση ορισμένων επιχειρηματικών τομέων όπου θα υπάρχει υπερβολική προσφορά, όπως η αεροπορία, θα απαιτήσει ευρύ συντονισμό και υποστήριξη σε όλη την ΕΕ. Μια νέα αειφόρος και προσανατολισμένη στο μέλλον βιομηχανική πολιτική, μέρος της οποίας θα χρηματοδοτείται από την ΕΕ, θα αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη διατήρηση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς.
Οι προτάσεις της Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία παρέχουν έναν αριθμό δρόμων για μικτές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, όπως στα ενεργειακά δίκτυα, στη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα και στις σύγχρονες υποδομές δημοσίων μεταφορών. Η ΕΕ έχει σημαντικές αρμοδιότητες στο να συντονίσει και να συμπληρώσει την προσπάθεια των κρατών μελών στους τομείς της εκπαίδευσης, της κοινωνικής περίθαλψης και της δημόσιας υγείας και στους οποίους θα απαιτηθεί η εισαγωγή δημοσίων επενδύσεων κατά τη φάση της ανάκαμψης. Πέραν των επιχορηγήσεων, η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να χρησιμοποιήσει τη νέα ταμειακή της διευκόλυνση για να αποκτήσει ίδια κεφάλαια σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα, καθώς οι χρηματιστηριακές αγορές αγωνίζονται να επιστρέψουν σε κανονικά επίπεδα δραστηριότητας.
Το Ταμείο της ΕΕ θα πρέπει, επίσης, να χρησιμοποιηθεί προοδευτικά για την ανανέωση με ομοσπονδιακό χρήμα του (μεταρρυθμισμένου) Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ‘’ESM‘’, καθώς διαμορφώνεται η νέα πραγματικότητα μιας φορολογικά εξουσιοδοτημένης Ένωσης. Η μακροοικονομική σταθεροποίηση είναι μια ομοσπονδιακή λειτουργία. Η υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού ευρωομολόγου θα βάλει ένα τέλος στη συζήτηση σχετικά με τη δημιουργία ειδικής δημοσιονομικής ικανότητας για την Ευρωζώνη. Επίσης, θα διευθετήσει τις κατά τα άλλα ατίθασες διαπραγματεύσεις για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.

Μελλοντική δημοσιονομική Ένωση
Οι πρωτοβουλίες που προτείνουμε εδώ, μπορούν να αναληφθούν γρήγορα και χωρίς κάποια αλλαγή της Συνθήκης της ΕΕ. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η ασφάλεια του πλήρους αμοιβαιοποιημένου χρέους ως μόνιμο στοιχείο μιας ευρωπαϊκής δημοσιονομικής Ένωσης, θα χρειαστεί την ασφάλεια δικαίου που μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο με μια επίσημη αλλαγή αρμοδιοτήτων από το εθνικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Εν τέλει, μια ‘’κυρίαρχη’ Ένωση σημαίνει και αλλαγή της Συνθήκης. Τα συνταγματικά δικαστήρια της ΕΕ, με επικεφαλής το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν θα ανεχθούν τίποτα λιγότερο.

Εν τω μεταξύ, ωστόσο, και για το άμεσο μέλλον, το όχημα ειδικού σκοπού του Ταμείου ανάκαμψης που θα εκδίδει ευρωομόλογα είναι η πιο άμεση και απλή λύση στην παρούσα, οξεία κρίση της Ευρώπης. Προτρέπουμε την Ένωση να δράσει.
Ο Πρόεδρος, Andrew Duff, και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σπινέλι Γκρουπ στο Ευρωκοινοβούλιο
Brando Benifei, S&D – Ιταλία
Dimitrios Papadimoulis, GUE/NGL – Ελλάδα
Gabriele Bischoff, S&D – Γερμανία
Damian Boeselager, Greens/EFA – Γερμανία
Daniel Freund, Greens/EFA – Γερμανία
Sven Giegold, Greens/EFA – Γερμανία
Sandro Gozi, Renew – Γαλλία
Domenec Ruiz Devesa, S&D – Ισπανία
Helmut Scholz, GUE/NGL – Γερμανία
Guy Verhofstadt, Renew – Βέλγιο
Pascal Durand, Renew – Γαλλία


1 Άρθρο 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU)
2 Άρθρο 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU)
3 Κυρίως, το Άρθρο 48(7) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU)
4 Άρθρο 312 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TFEU)
5 Άρθρο 311 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TFEU)
6 Ιδιαίτερα το Άρθρο 2 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU) και τα Άρθρα 122 και 22 για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TFEU)
7 Άρθρο 5(3) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TEU)
8 Στη νομική βάση του Άρθρου 352 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TFEU), η ‘ρήτρα ευελιξίας’
9 Άρθρο 310(1) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TFEU)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *