ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ:ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΠΑΛΛΑΙΚΟ ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ρεπορτάζ

 

Αλ. Τσίπρας: Χρειαζόμαστε ένα κίνημα παλλαϊκό, ένα κίνημα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της δημόσιας παιδείας

 

 

Παρέμβαση του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στην διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: «Δημοκρατία & εκπαίδευση: η κυβερνητική απειλή και η απάντηση της κοινωνίας»

 


Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Χαμογελώ διότι, με τόσα που γίνονται το τελευταίο διάστημα, δεν ξέρω τι θα είναι αυτό που θα πρέπει να πρωτοκαταργήσουμε όταν δοθεί η δυνατότητα και δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες ώστε ο ελληνικός λαός να δώσει την εντολή για μια προοδευτική διακυβέρνηση στον τόπο.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι περνάμε πολύ δύσκολες στιγμές ως κοινωνία συνολικά. Η πανδημία νομίζω ότι έχει μια καταλυτική επίδραση. Και το δυστύχημα είναι πως βλέπουμε εδώ στη χώρα μας μια κυβέρνηση αποφασισμένη να εκμεταλλευθεί αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη, προκειμένου να προχωρήσει σε συντηρητικές, ακραία συντηρητικές έως αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, αξιοποιώντας, επαναλαμβάνω, αυτή τη συνθήκη που δεν ευνοεί ούτε τον ουσιαστικό πολιτικό διάλογο. Η κοινωνία, λογικά, είναι προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος, του μέγιστου προβλήματος της ανθρώπινης ζωής.

Και βεβαίως αυτό δεν είναι τυχαίο, ότι επιλέγει να προχωρήσει και με τη συρρίκνωση της δημοκρατικής διαδικασίας σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που έχουν ένα έντονο ιδεολογικό πρόσημο.

Θέλω να ξεκινήσω την παρέμβασή μου λέγοντας ότι ακριβώς επειδή ζούμε αυτή την ιδιαιτερότητα της πανδημίας, ζούμε και καιρούς διδακτικούς. Και τα διδάγματα νομίζω ότι είναι σαφή. Το πρώτο και μέγιστο δίδαγμα αφορά τον δημόσιο χώρο. Τα δημόσια συστήματα υγείας είναι αυτά που κράτησαν όρθιες τις κοινωνίες σε όλο τον πλανήτη, απέναντι σ’ αυτή την πρωτοφανή συνθήκη.

Η γνώση και η έρευνα που παράγεται για δεκαετίες, πού παράγεται; Στα μεγάλα δημόσια πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, εκεί παράγεται. Είναι αυτή που μας έδωσε σε χρόνο ρεκόρ, θα έλεγε κανείς, ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για την ανθρωπότητα, ένα εργαλείο της επιστήμης για να βοηθήσει στην ανθρωπότητα, στην αντιμετώπιση του ιού: το εμβόλιο.

Αυτά τα διδάγματα όμως εδώ στη χώρα μας, δεν τα λαμβάνουμε υπ` όψιν. Έχουμε μια κυβέρνηση που δεν ενδιαφέρεται γι` αυτά τα διδάγματα, δεν ενδιαφέρεται για τις διεθνείς τάσεις και, εντέλει, για την κοινή λογική. Τόσο σε ό,τι αφορά την υγεία, όσο και σε ό,τι αφορά τη «μεταρρυθμιστική» της -εντός εισαγωγικών διότι πρόκειται για τη μεταρρύθμιση- παρέμβαση για τα δημόσια πανεπιστήμια.

Νομίζω ότι η ομοιότητα είναι σαφής. 600 εκατομμύρια λιγότερα φέτος προβλέπει ο προϋπολογισμός του 2021 για τη δημόσια υγεία. 13% κάτω η χρηματοδότηση για τα πανεπιστήμια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα μιλήσω ανοιχτά: συμβαίνει γιατί εδώ έχουμε μια κυβέρνηση που ακόμα και στον κρίσιμο χώρο της εκπαίδευσης, όπως και στον κρίσιμο χώρο της δημόσιας υγείας, ενδιαφέρεται περισσότερο για να εξυπηρετήσει συμφέροντα και συμβόλαια ιδιωτών, παρά για να εξυπηρετήσει τις κοινωνικές ανάγκες.

Και βεβαίως, στον χώρο της παιδείας, στον ευαίσθητο και ζωτικό χώρο της παιδείας, φαίνεται ότι αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, την κυβέρνηση κατ’ επέκταση, είναι να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα κολεγίων και ιδιοκτητών κολεγίων και να μεγαλώσει την πελατεία τους.

Παρά τους ύμνους προς την αριστεία, αυτή η κυβέρνηση φαίνεται ότι αποστρέφεται μια βασική προϋπόθεση της αριστείας που είναι η κοινωνική κινητικότητα. Και γίνομαι σαφής: Το 2020 -και ξεκινώ απ’ αυτό γιατί θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο κρίσιμο, δεν υποτιμώ τα άλλα αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι το πιο κρίσιμο στοιχείο του νομοσχεδίου που εισήχθη αυτή την εβδομάδα στη Βουλή-, το 2021 οι εισακτέοι στα πανεπιστήμια θα είναι 25.000 λιγότεροι απ’ ό,τι την προηγούμενη χρονιά. Ένα ποσοστό 34% σε σχέση με τον περσινό αριθμό των εισακτέων θα μείνει εκτός των δημοσίων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, των δημόσιων πανεπιστημίων.

Και το ερώτημα είναι: ποιοι θα είναι αυτοί που θα μείνουν εκτός; Είναι αυτοί στους οποίους η κυβέρνηση λέει ότι αν θέλετε να σπουδάσετε, ο μόνος τρόπος είναι να βρείτε μερικές χιλιάδες ευρώ, είτε από τους γονείς σας αν τα έχουν είτε από δανεισμό, να βρείτε κάποια χρήματα, εν πάση περιπτώσει, για να πάτε σε κάποιο αμφιβόλου ποιότητας κολέγιο, αντί για ένα δημόσιο ίδρυμα που μπορεί να σας δώσει ένα πτυχίο ουσιαστικό. Ή να βγείτε στο εξωτερικό.

Να σημειώσω εδώ ότι στα ιδιωτικά κολέγια δεν θα υπάρχει κανένα κριτήριο για την εισαγωγή, κανένα βαθμολογικό κριτήριο ή κριτήριο αριστείας, παρά μονάχα η συνεπής πληρωμή των διδάκτρων. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί στους οποίους η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη λέει ότι δεν θα έχουν τη δυνατότητα αυτή τα 25.000 αυτά παιδιά που φέτος δε θα μπουν στα δημόσια πανεπιστήμια;

Είναι οι νέοι που ως επί το πλείστον δεν ανήκουν στην κάστα των ισχυρών της ελληνικής κοινωνίας. Και είναι αυτοί που θα οδηγηθούν στο να γίνουν η νέα πελατεία μιας βιομηχανίας που έρχεται και εδώ στην Ελλάδα για να κάνει δουλειές με τις πλάτες μιας κυβέρνησης που αποδεικνύεται πολύ πρόθυμη να εξυπηρετήσει οικονομικά συμφέροντα.

Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Αυτό επιτυγχάνεται με την ελάχιστη βάση εισαγωγής, κάνοντας δηλαδή ξανά κουρελόχαρτο το βαθμό απολυτηρίου και πετώντας «έξυπνα», πονηρά θα έλεγα, το μπαλάκι στα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, στα πανεπιστήμια, για να ορίσουν αυτά τον αριθμό των εισακτέων.

Τι θα προκαλέσει αυτή η απαράδεκτη μεθόδευση εναντίον των δημοσίων ΑΕΙ; Θα προκαλέσει πρώτα απ’ όλα αύξηση της μαθητικής διαρροής στο λύκειο και μείωση των αποφοίτων του λυκείου, λόγω της δυσκολίας εισαγωγής στα ΑΕΙ.

Δεύτερον, αύξηση της φοίτησης σε φροντιστήρια και των σχετικών οικογενειακών δαπανών, καθώς είναι προφανές ότι το φροντιστήριο πια, θα γίνεται σχεδόν απαραίτητο σε όλες τις τάξεις του λυκείου.

Τρίτον, θα προκαλέσει την πλήρη ακύρωση του μορφωτικού ρόλου του λυκείου σε όλες τις τάξεις, δεδομένης της έμφασης σε ό,τι είναι εξεταστικά χρήσιμο και όχι μαθησιακά.

Τέταρτον, θα προκαλέσει μείωση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, δεδομένου ότι αυτή έχει συνδεθεί με τον αριθμό των φοιτητών και άρα σταδιακό κλείσιμο ή συγχώνευση ακόμα και τμημάτων με πολλές δεκαετίες λειτουργίας.

Τέλος, θα έχουμε και κλείσιμο και συγχώνευση τμημάτων και άρα περιορισμό του παραγόμενου ερευνητικού έργου των ελληνικών πανεπιστημίων και αύξηση κατ’ επέκταση της λεγόμενης διαρροής εγκεφάλων, αυτού που ονομάζουμε brain drain, δηλαδή της μετανάστευσης νέων και εξειδικευμένων ερευνητών στο εξωτερικό.

Αυτή λοιπόν κατά την άποψή μου είναι πιο η κρίσιμη πτυχή αυτού του νομοσχεδίου. Και δεν είναι τυχαίο που ξεκίνησα απ’ αυτό, ακριβώς διότι θεωρώ ότι έχουμε χρέος να ενημερώσουμε την ελληνική οικογένεια για το τι ακριβώς θέλει να πετύχει η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη μ’ αυτές τις αλλαγές στον χώρο της εκπαίδευσης.

Διότι αυτές οι αλλαγές είναι αλλαγές που θα έρθουν να επιβαρύνουν τον οικονομικό προϋπολογισμό του κάθε ελληνικού νοικοκυριού και να διευρύνουν τις ανισότητες ανάμεσα σ’ αυτό που ονομάζουμε λαϊκή οικογένεια ή μεσαία οικογένεια, μεσαία στρώματα, και στις ελίτ που έχουν τη δυνατότητα είτε σε κολέγια εντός της χώρας είτε εκτός της χώρας να σπουδάζουν τα παιδιά τους. Κατά την άποψή μου αυτό είναι πάρα πολύ κρίσιμο.

Η δεύτερη σημαντική αντιδραστική παρέμβαση, ας μου επιτραπεί ο όρος, η δεύτερη κρίσιμη πτυχή του νομοσχεδίου, είναι αυτή που έχει να κάνει με τη συκοφάντηση του δημοσίου πανεπιστημίου για μια ακόμη φορά, ως χώρου, ως χώρων συνολικά τα πανεπιστήμια στη χώρα μας, ως χώρων εγκληματικών δράσεων ή ορμητηρίων εγκληματιών.

Και η επικοινωνιακή υλοποίηση, εργαλειοποίηση, ας μου επιτραπεί ο όρος, ενός υπαρκτού προβλήματος εδώ, από την πλευρά της κυβέρνησης, όπως αυτού του προβλήματος της ασφάλειας και της παραβατικότητας σε ορισμένα ιδρύματα γίνεται ακριβώς για να χαϊδέψει τ’ αυτιά ενός συντηρητικού ακροατηρίου. Γίνεται για να επιδείξει πυγμή η κυβέρνηση, αλλά και για να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση από το βασικό επιδιωκόμενο, που είναι κατά την άποψή μου η εξυπηρέτηση των κολεγίων και η διεύρυνση των ανισοτήτων στον εκπαιδευτικό χώρο.

Είναι προφανές ότι η ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας, με ένστολους ειδικούς φρουρούς που θα υπάγονται απευθείας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, είναι μια ακραία πράξη ιδεοληπτικής εμμονής που κανείς σώφρων άνθρωπος δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα υπήρχε μια κυβέρνηση που θα την πρότεινε για να επιλύσει δήθεν προβλήματα.

Η αντιμετώπιση των κρουσμάτων βίας και παραβατικότητας, μπορεί να αντιμετωπιστεί με πάρα πολλούς τρόπους. Κυρίως, μπορεί ν` αντιμετωπισθεί με την αξιοποίηση των προτάσεων της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας. Και γνωρίζω, έχοντας συνομιλήσει με τους πρυτάνεις και τους αντιπρυτάνεις, ότι έχουν καταθέσει πολύ ενδιαφέρουσες και ρεαλιστικές προτάσεις.

Το μόνο βέβαια είναι ότι τα όποια υπαρκτά κρούσματα, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένοπλους, ανεκπαίδευτους, το τονίζω, ανεκπαίδευτους, ειδικούς φρουρούς.

Όλοι γνωρίζουμε το πόσα αρνητικά παραδείγματα έχουμε από τη δράση ανεκπαίδευτων ειδικών φρουρών έξω από τα πανεπιστήμια. Όχι κατ’ ανάγκη σε ζητήματα που άπτονται των κρουσμάτων βίας πέριξ των πανεπιστημίων, αλλά και στην αντιμετώπιση της κοινής παραβατικότητας. Όταν ένας αστυνομικός είναι ανεκπαίδευτος, τότε είναι προφανές ότι υπάρχει κίνδυνος, πόσο δε μάλλον μέσα στον ευαίσθητο πανεπιστημιακό χώρο.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, είναι προφανές ότι επιχειρεί έναν μείζονα αντιπερισπασμό. Η κυβέρνηση είναι προφανές ότι επιλέγει, είναι επιλογή της, το κάνει επίτηδες δηλαδή, αυτό θέλω να πω, επιλέγει να το φτάσει στα άκρα. Και είναι χαρακτηριστική η δήλωση σήμερα του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, του κ. Χρυσοχοΐδη, αναφορικά με τους πρυτάνεις.

Είπε, ούτε λίγο ούτε πολύ, στη Βουλή, ότι οι πρυτάνεις είναι εθισμένοι στην απειλή κακοποίησης. Και νομίζω ότι αυτή η δήλωση είναι επίτηδες προσβλητική. Και θα μου επιτραπεί ο παραλληλισμός εδώ έχουμε μια παραλλαγή, μια παράφραση του επικοινωνιακού δόγματος του Τραμπ, του πρώην Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αναφέρεται ο κ. Χρυσοχοΐδης σε ένα ακροατήριο που τρέφεται με παρόμοια επιχειρήματα. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου η απάντηση από την πλευρά της Αριστεράς και του φοιτητικού κινήματος, των προοδευτικών δυνάμεων, δεν είναι να πέσουμε στο επίπεδο της τραμπικής έκφρασης επικοινωνίας που επιχειρεί σήμερα ο κ. Χρυσοχοΐδης εκπροσωπώντας την ελληνική Δεξιά, αν και προέρχεται από τον δημοκρατικό χώρο.

Αλλά ίσως αποδεικνύεται και στην ιστορία ότι οι πιο σκληροί Ταλιμπάν πολλές φορές είναι αυτοί οι οποίοι μεταπηδούν από τον ένα χώρο στον άλλον και ενδεχομένως και πιο αποτελεσματικοί σε αυτό που θέλουν να κάνουν.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εδώ επιδιώκεται, πέραν της εμφανούς προσπάθειας του αποπροσανατολισμού και της εργαλειοποίησης ενός υπαρκτού προβλήματος, είναι η υλοποίηση ενός δόγματος -το είχε εκφράσει με μεγάλη καθαρότητα, αν δεν κάνω λάθος, και ο κ. Βορίδης και ο κ. Γεωργιάδης, οι δυο προερχόμενοι από την άκρα Δεξιά εκπρόσωποι υπουργοί της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη-, που ήταν «να τελειώνουμε επιτέλους με την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς που επιβλήθηκε στην ελληνική κοινωνία μετά τη Μεταπολίτευση».

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος όμως ότι με αυτό το δρόμο και με αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να τελειώσει αυτό που ονομάστηκε «ιδεολογική ηγεμονία» και δεν ήταν όμως τίποτε άλλο παρά η έκφραση των συνταγματικά προβλεπόμενων δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και της δημοκρατίας και της δυνατότητας της αυτονομίας της πανεπιστημιακής κοινότητας, του αυτοπροσδιορισμού και του αυτοελέγχου.

Θέλω να μη μακρηγορήσω γι` αυτό και θα κλείσω. Είπα πιο πριν ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί δεν πρέπει να είναι μια απάντηση ίδιου επιπέδου, πρόκληση απέναντι στην πρόκληση. Αλλά, απέναντι στην πρόκληση, επιχειρήματα. Όχι συνθήματα, επιχειρήματα.

Για μας η ασφάλεια των φοιτητών, των καθηγητών και των εργαζομένων στα ΑΕΙ αποτελεί προτεραιότητα, όπως και η ασφάλεια όλων των πολιτών. Είναι στοιχείο της δημοκρατίας. Είναι χρέος και ευθύνη του κράτους όμως να παρέχει τους πόρους εκείνους στα πανεπιστήμια, ώστε οι πρυτανικές Αρχές να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν έργα αναβάθμισης, ηλεκτροφωτισμός, συντηρήσεις των μεγάλων campus των πανεπιστημιακών και των χώρων των σχολών, για να έχουν τη δυνατότητα στον προϋπολογισμό τους, ώστε να συμπεριλαμβάνονται και σε συγκεκριμένες οργανικές θέσεις ανάλογα με την υπόδειξη κάθε ιδρύματος για την αποτελεσματική φύλαξη των ιδρυμάτων σε 24ωρη βάση.

Δεν είναι απολύτως κατανοητό σε εμένα πώς είναι δυνατό αυτοί οι οποίοι πριν από λίγα χρόνια απέλυαν εκατοντάδες χιλιάδες φύλακες, μεταξύ αυτών και πανεπιστημιακούς φύλακες, σήμερα να έρχονται να μας πουν ότι είναι πρόβλημα αυτό που και αυτοί με τις απολύσεις αυτές δημιούργησαν και θα λυθεί με ένοπλους ειδικούς φρουρούς μέσα στα πανεπιστημιακά Ιδρύματα και μάλιστα υπό την εποπτεία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Επίσης, δεν μου είναι καθόλου κατανοητό πως είναι δυνατό οι όποιες πράξεις παραβατικότητας και ανομίας -ιδίως τα εγκλήματα κατά της ζωής- να μην πατάσσονται από τη στιγμή που το νομικό πλαίσιο έχει αλλάξει πολλές φορές τελευταία ακριβώς γι` αυτό τον λόγο και δεν υπάρχει πια καμία δικαιολογία, όπως υπήρχε μέχρι πρότινος δήθεν ότι το άσυλο ήταν αυτό που εμπόδιζε την Αστυνομία να πράξει αυτό που πράττει σε κάθε χώρο όπου υπάρχει έγκλημα κατά της ζωής.

Κλείνω λέγοντας ότι κατά την άποψή μου η σύγκριση ανάμεσα σε δυο μόνο μεγέθη δείχνει τις επιδιώξεις της κυβέρνησης.

Το 2020 εκκενώθηκαν 300 θέσεις καθηγητών και μελών ΔΕΠ από τα δημόσια πανεπιστήμια, Και ενώ η κυβέρνηση είχε την υποχρέωση με βάση τον ψηφισμένο νόμο επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να προκηρύξει αμέσως αυτές τις θέσεις, όχι μόνο δεν τις προκηρύσσει αλλά προχωράει σε ένα νομοθετικό σχέδιο -πιθανότατα θα γίνει και νόμος με την ψήφο των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας σε λίγες μέρες-, που μειώνει τον αριθμό των εισακτέων και άρα μειώνει και τις δαπάνες για τα πανεπιστήμια. Και ταυτόχρονα, αντί να προσλαμβάνει καθηγητές, προσλαμβάνει 1.030 ειδικούς φρουρούς στα δημόσια πανεπιστήμια.

Έχουμε μια κυβέρνηση η οποία, έχοντας αποτύχει στα στοιχειώδη και μεγάλα που διαχειρίστηκε, δημόσια υγεία, πανδημία, εξωτερική πολιτική, οικονομία, τώρα ετοιμάζεται να αφήσει το καταστροφικό της αποτύπωμα και στην παιδεία. Εδώ όμως πρέπει να μπει ένας φραγμός. Και παρά τις συνθήκες της πανδημίας η νεολαία, οι φοιτητές αλλά και όλη η κοινωνία οφείλουμε να κινητοποιηθούμε για να βάλουμε αυτό τον φραγμό.

Χρειάζεται μια ισχυρή, συλλογική και μαζική απάντηση από το εκπαιδευτικό κίνημα ιεραρχώντας όμως σωστά πρώτα απ` όλα τις προτεραιότητες και αναζητώντας πάντοτε τις μεγαλύτερες κοινωνικές συμμαχίες.

Επαναλαμβάνω: οι πρώτοι πληττόμενοι από αυτό το νομοσχέδιο δεν είναι αυτοί οι οποίοι αρέσκονται στο να κάνουν μπάχαλα –θα τα κάνουν είτε μέσα είτε έξω από τις σχολές, αν θέλουν να τα κάνουν- αυτοί που πλήττονται είναι μια ολόκληρη γενιά που της στερείται το δικαίωμα στη μόρφωση και πρωτίστως οι νέοι που μεγάλωσαν στο Περιστέρι, στην Ελευσίνα, στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, στις τοπικές κοινωνίες των επαρχιών της χώρας μας. Και φυσικά ο άμεσα πληττόμενος είναι τα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας μας.

Άρα, πρέπει να γίνει κατανοητό και στον τελευταίο πολίτη της χώρας ότι εδώ έχουμε μια επίθεση στη δημόσια παιδεία και στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Και γι` αυτό δεν χρειαζόμαστε απλά ένα κίνημα φοιτητικό, αλλά ένα κίνημα παλλαϊκό. Ένα κίνημα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της δημόσιας παιδείας.

Σας ευχαριστώ και σας ζητώ συγνώμη αν μακρηγόρησα.

 

* Στο βίντεο μπορείτε να παρακολουθήσετε το σύνολο των παρεμβάσεων στη διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: «Δημοκρατία & εκπαίδευση: η κυβερνητική απειλή και η απάντηση της κοινωνίας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *