ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ/Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Ρεπορτάζ

Ο όρος Δεκεμβριανά αναφέρεται σε μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1944 – Ιανουάριο 1945, ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜΕΛΑΣ και τις Βρετανικές και Κυβερνητικές δυνάμεις που ανήκαν σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από την σοσιαλδημοκρατία (όπως ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ηγέτης του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος) έως την φιλομοναρχική δεξιά και τους πρώην συνεργάτες των κατακτητών[4].

Η έναρξή τους, στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, σηματοδοτείται από τους πυροβολισμούς των Αστυνομικών δυνάμεων μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη ενάντια στη διαδήλωση του ΕΑΜ, που είχε οργανωθεί ως απάντηση στο τελεσίγραφο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (1-12-1944) για τον αφοπλισμό όλων των αντάρτικων ομάδων, με αποτέλεσμα το θάνατο 33 διαδηλωτών και τον τραυματισμό άλλων 148. Παράλληλα ο στρατηγός Σκόμπυ προέβη σε διάγγελμα, ενώ άμεσες προσπάθειες για πολιτική λύση απαγορεύτηκαν από τον Τσώρτσιλ.

Οι μάχες κράτησαν 33 μέρες και τερματίστηκαν στις 5-6 Ιανουαρίου 1945. Επισημαίνεται ότι τα Δεκεμβριανά, όπως καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη οι μάχες του Δεκεμβρίου 1944, ήταν η μοναδική περίπτωση κατά την οποία σημειώθηκαν πολεμικές συγκρούσεις τέτοιας έκτασης στην ελληνική πρωτεύουσα από δημιουργίας του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830)[5]. Ήταν επίσης, η μόνη περίπτωση στο Β΄ Π.Π. κατά την οποία συγκρούσθηκαν μεταξύ τους συμμαχικές δυνάμεις (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βρετανοί)[6].

Πίνακας περιεχομένων

Απελευθέρωση

Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης δεν μπορούσε να αποκρύψει τα μεγάλα προβλήματα που παρέμειναν στη χώρα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα ενώ τμήμα του ΕΛΑΣ την υποδέχτηκε με τιμητικό άγημα. Παράλληλα ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής χώρας. Γερμανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα και σε διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου. Η κατάσταση ήταν χαώδης. Η Ελλάδα είχε ερημωθεί, ο λαός πεινούσε, χρήματα δεν υπήρχαν, ενώ πολιτικά η χώρα ήταν χωρισμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Το ξεκίνημα της κρίσης

 
Η πλατεία Συντάγματος την ημέρα της εισόδου της Κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, 18 Οκτωβρίου 1944, μετά το τέλος της Κατοχής.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατακτητές, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας. Στην Κυβέρνηση είχε δεχθεί να προσχωρήσει και η Αριστερά, της οποίας έξι στελέχη ανέλαβαν υπουργεία (Σβώλος, Αγγελόπουλος, Ασκούτσης από την Π.Ε.Ε.Α., Τσιριμώκος από το Ε.Α.Μ. και οι Πορφυρογένης, Ζέβγος από το Κ.Κ.Ε.). Τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν άμεσα ήταν το πολιτειακό ζήτημα, η παραπομπή σε δίκη και τιμωρία των δοσίλογων και η συγκρότηση εθνικού στρατού και αστυνομίας, καταργουμένων των ένοπλων τμημάτων των αντιστασιακών ομάδων. Ταυτόχρονα είχε τεθεί αφενός μεν το ζήτημα της τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή, αφετέρου δε η μεθόδευση του αφοπλισμού των ανταρτών. Η βάση πάνω στην οποία κινούνταν η πολιτική του Παπανδρέου ήταν η Συμφωνία της Καζέρτα, η οποία υπέτασσε όλες τις ελληνικές δυνάμεις (εθνικό στρατό και ανταρτικές ομάδες) υπό συμμαχική διοίκηση και συγκεκριμένα τον στρατηγό Σκόμπυ. Για το πολιτειακό συμφωνήθηκε ότι θα λυνόταν με ελεύθερο δημοψήφισμα αμέσως μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες, χωρίς να καθοριστεί σαφώς ο χρόνος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εξόριστος μονάρχης είχε πιεσθεί ώστε να δεσμευτεί να μην επιστρέψει στη χώρα πριν ο λαός αποφασίσει ρητά για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμούσε. Παρά τις αντιρρήσεις του, ο Γεώργιος δέχτηκε τελικά με παρότρυνση και των Βρετανών να παραχωρήσει την αντιβασιλεία στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Για το ζήτημα της δίκης των δοσίλογων και συνεργατών, συμφωνήθηκε αυτή να ξεκινήσει στα μέσα Δεκεμβρίου.

Οι πρώτες συγκρούσεις

Σε αντίθεση με τις μαζικές αντεκδικήσεις που έγιναν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στη Γαλλία και στην Ιταλία, εις βάρος των συνεργαζόμενων με τις κατοχικές δυνάμεις ελάχιστες ώρες μετά την Απελευθέρωση τους[7][8], στην Αθήνα ο ΕΛΑΣ Αθηνών έδωσε εντολή να μη υπάρξουν βίαια έκτροπα[εκκρεμεί παραπομπή]. Η ειρηνική διάθεση του ΕΛΑΣ επιβεβαιώνεται από κυβερνητικές και από βρετανικές πηγές που αναφέρουν ότι τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση, στην Αθήνα επικρατούσε ησυχία[9]. Στις 15 Οκτωβρίου 1944 οργανώθηκε διαδήλωση από τις εθνικιστικές οργανώσεις η οποία χτυπήθηκε στην περιοχή της Ομόνοιας από οπαδούς του ΕΑΜ που προπηλάκισαν και λίντσαραν μέλη των εθνικιστικών οργανώσεων[10]. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει όταν μέλη διαδήλωσης του ΕΑΜ πυροβολήθηκαν με αποτέλεσμα νεκρούς και τραυματίες από ένοπλους δοσιλογικών οργανώσεων που είχαν καταλύσει υπό περιορισμό[11] στα ξενοδοχεία της περιοχής[12]. Παρ’ όλους τους νεκρούς της, η εαμική αντίδραση παρέμεινε στο πλαίσιο της καταγγελίας, χωρίς αντίποινα[13]. Από τα πυρά σκοτώθηκαν τουλάχιστον επτά μέλη εαμικών οργανώσεων και τραυματίστηκαν 82[14]. Στη συνέχεια υπήρξε κωλυσιεργία των αρχών για τη σύλληψη και προσαγωγή σε δίκη γνωστών συνεργατών των κατακτητών[15], καθώς και η πρωτοφανής απόδραση 720 έγκλειστων δοσίλογων από τις φυλακές Συγγρού[16] ενώ πρώην χωροφύλακες από την επαρχία από διαλυμένα σώματα από τον ΕΛΑΣ συγκρότησαν το Σύνταγμα Μετεκπαιδεύσεως Χωροφυλακής και στρατωνίστηκαν στο κέντρο.

Αρχιστράτηγος Οθωναίος

Στις 3/11/44 ο στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος είχε διοριστεί αρχιστράτηγος των Ελληνικών δυνάμεων και επιθυμούσε για υπαρχηγό του, τον στρατηγό Σαράφη, κάτι που αρνήθηκε ο Γ. Παπανδρέου, γιατί τόσο αυτός όσο και ο Σκόμπυ επιθυμούσαν στη θέση αυτή να διοριστεί ο στρατηγός Κωνσταντίνος Βεντήρης. Όταν θα διαλύονταν οι αντάρτικοι σχηματισμοί ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, και μέχρι την συγκρότηση του νέου στρατού, ο αρχιστράτηγος δε θα μπορούσε να διατάζει τις ένοπλες δυνάμεις οι οποίες και θα παρέμεναν στην διοίκηση του Στρατηγού Σκόμπυ. Τελικά ο Οθωναίος παραιτήθηκε στις 13/11/1944 λόγω της πρόθεσης της κυβέρνησης να μειώσει στρατιωτικά το ΕΑΜ[17].

Το σημείο αιχμής

 
Η διαταγή του στρατηγού Σκόμπυ τής 6ης Δεκεμβρίου 1944 για τον άμεσο αφοπλισμό όλων των ένοπλων δυνάμεων εκτός των αναγραφόμενων εξαιρέσεων, όπως τυπώθηκε από την βραχύβια κυβερνητική εφημερίδα Η Ελλάς.

Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων, προς δημιουργία εθνικού στρατού. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να καθορίσει αποφασιστικά την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοίνωσε, σε συμφωνία με το στρατηγό Σκόμπυ, ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου. Η απόφαση είχε ληφθεί τέσσερις μέρες νωρίτερα, κατόπιν σύσκεψης στην οποία μετείχε και ο Σιάντος του ΚΚΕ. Ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως και του ΕΑΜ. Στις 18 Νοεμβρίου συμφωνήθηκε η ίδρυση Εθνοφρουράς, η οποία θα στελεχωνόταν από τους κληρωτούς της τάξης του 1936. Στις 25 Νοεμβρίου αντικαταστάθηκε ο υφυπουργός Στρατιωτικών Λάμπρος Λαμπριανίδης καθώς είχε επαναφέρει στο στράτευμα περισσότερους από 100 αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας. Αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Πτολεμαίο Σαρρηγιάννη, μέλος του ΕΑΜ, κάτι που θεωρήθηκε μεγάλη παραχώρηση στο ΕΑΜ και οδήγησε στον πρέσβη Λήπερ να ζητήσει ενδεχόμενη διακοπή στις συζητήσεις μεταξύ Παπανδρέου και ΕΑΜ[18]. Στις 27 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοίνωσε τη συμφωνία με τους εαμικούς υπουργούς Σβώλο, Τσιριμώκο, Ζεύγο για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. Παράλληλα, συμφωνήθηκε να παραδώσουν τα όπλα τους επίσης ο ΕΔΕΣ και η Χωροφυλακή της Μ. Ανατολής. Αντιδράσεις προκάλεσε όμως, σε όλους εντός του ΕΑΜ παρότι έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι υπήρχε διάσταση απόψεων εντός του ΕΑΜ[19], το τελεσίγραφο της κυβέρνησης την 1η Δεκεμβρίου για γενικό αφοπλισμό σύμφωνα με την πρόσφατη συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι θα εξαιρούνταν η Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος, με το σκεπτικό ότι ήταν το μόνο εν λειτουργία τμήμα του τακτικού Ελληνικού Στρατού το οποίο πολέμησε σε Βόρειο Αφρική και Ιταλία. Στη διατήρηση ή διάλυση της, όπως και του ΕΛΑΣ, θα επικεντρωθεί η κρίση που θα οδηγήσει στη δεκεμβριανή σύγκρουση. Επίσης, σε αυτές τις δυνάμεις θα προστίθεντο ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ώστε να λάμβαναν μέρος αν χρειαζόταν σε επιχειρήσεις των συμμάχων σε Κρήτη και Δωδεκάνησα, περιοχές τις οποίες ακόμα κατείχαν οι Γερμανοί. Αυτό που ήθελε η Βρετανική Κυβέρνηση ήταν «να δημιουργηθεί εθνικός στρατός με δύναμη 40.000 ανδρών, ικανός να αναλάβει καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας, ώστε να γίνει εφικτή η ταχύτερη αποδέσμευση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα προς τις άλλες ζώνες επιχειρήσεων»[20]. Η τελική απόφαση για τη συγκρότηση εθνικού στρατού όριζε πως αυτόν θα αποτελούσαν αφενός η Γ΄ Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ και από την άλλη μια Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ίσης δύναμης αλλά και βάρους οπλισμού με τους τρεις προαναφερθέντες σχηματισμούς. Η συμφωνία θα έπρεπε να επικυρωθεί στις 28 Νοεμβρίου του 1944, ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη.

3 Δεκεμβρίου 1944

Το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου

Η ηγεσία του ΕΑΜ ζητούσε επίμονα την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας[21] είχε εν τω μεταξύ θέσει ως επιπλέον όρους συμφωνίας τον αφοπλισμό της Τρίτης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Την 1 Δεκεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπυ με πρωτοβουλία του, εξέδωσε μια διαταγή αφοπλισμού των αντιστασιακών ομάδων, συνοδεύοντάς την από διάγγελμα στο οποίο ανέφερε ότι αν η εντολή του δεν γινόταν δεκτή, θα προέκυπταν ολέθριες συνέπειες[22]. Αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο, ο Σβώλος συναντήθηκε με τον επικεφαλής της εν Ελλάδι Σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής συνταγματάρχη Ποπώφ, με πρόθεση να τον πείσει προκειμένου να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο προς τους ηγέτες του ΚΚΕ ώστε οι τελευταίοι να εγκαταλείψουν την αδιαλλαξία τους και να αποφευχθεί έτσι η ρήξη, αλλά εκείνος αρνήθηκε[23]. Ως αντίδραση, καθώς αντιλαμβάνονταν ότι η κατάσταση οδηγείτο στη σύρραξη, οι υπουργοί που ανήκαν στο ΕΑΜ παραιτήθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου του 1944 (εκτός του στρατηγού Σαρηγιάννη που το έπραξε λίγες μέρες αργότερα), ενώ το ΕΑΜ ζήτησε και έλαβε άδεια για συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην πλατεία Συντάγματος. Την ίδια μέρα (2 Δεκεμβρίου) η ηγεσία του ΕΑΜ ανακοίνωσε την κήρυξη γενικής απεργίας, τη διαταγή προς την εαμική πολιτοφυλακή να μη παραδώσει οπλισμό στην κρατική Εθνοφυλακή και την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ.

Η διαδήλωση

Ύστερα από αυτές τις αποφάσεις η κυβέρνηση, παρά την αρχική αποδοχή, τελικά απαγόρευσε το συλλαλητήριο το βράδυ της προηγούμενης ημέρας. Μέλη του ΕΑΜ της Αθήνας την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου, αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, κατέκλυσαν ειρηνικά την πλατεία Συντάγματος. Εξάλλου ούτε επί γερμανοϊταλικής Κατοχής, το ΕΑΜ δεν σταμάτησε να διαδηλώνει. Η παρουσία μερικών ένοπλων πολιτοφυλάκων του ΕΑΜ διάσπαρτων εντός του πλήθους (ως ομάδα περιφρούρησης) του συλλαλητηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη πως το τελευταίο δεν ήταν άοπλο[εκκρεμεί παραπομπή].

Η διαδήλωση, που είχε μεγάλη συμμετοχή, πνίγηκε στο αίμα όταν αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν προς το πλήθος. Ο απολογισμός της επίθεσης ήταν 33 νεκροί και περισσότεροι από 140 τραυματίες. Αν και ο βρετανός διοικητής Γουντχάους στα απομνημονέυματά του έσπειρε αμφιβολίες για το ποιος άνοιξε πρώτος πυρ, η Αστυνομία, οι Βρετανοί ή οι διαδηλωτές[24], δεκατέσσερα χρόνια αργότερα ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ παραδέχτηκε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ακρόπολη πως ο ίδιος έδωσε το σήμα για τους πυροβολισμούς κατά των διαδηλωτών, βάσει διαταγών που είχε λάβει[25][26], κάτι που επιβεβαιώνεται και από άλλες μαρτυρίες[27].

Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, μέλη του ΕΑΜ προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του[28]. Σύμφωνα με την εκδοχή της 6ης Αχτίδας του ΚΚΕ οι διαδηλωτές δέχτηκαν επίθεση από τους άντρες της φρουράς του Παπανδρέου και είχαν 5 νεκρούς.

Πρόταση για κυβέρνηση Σοφούλη

Το ίδιο εκείνο βράδυ (3 Δεκεμβρίου 1944) ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να βρει διέξοδο στην τεταμένη κατάσταση, κατέθεσε πρόταση περί σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, με παραίτηση του ίδιου του Παπανδρέου και όλων των υπουργών (ΕΑΜικών και μη ΕΑΜικών). Ενώ όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές στην Αθήνα (περιλαμβανομένων του ΚΚΕ και του Βρετανού πρέσβη Λήπερ) αποδέχθηκαν την πρόταση του Παπανδρέου, αρνήθηκε να τη συζητήσει καν ο ίδιος ο Τσώρτσιλ[29] ενώ έστειλε τηλεγράφημα στον Λήπερ με σαφείς οδηγίες:

«Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, εάν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. […] Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα [του Παπανδρέου] είναι να βγει απ’ αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας.»[30]

Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ από τις 2 Δεκεμβρίου και τελέστηκε η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πομπής ξεχώριζε ένα πανό το οποίο κρατούσαν τρεις νεαρές μαυροφορεμένες γυναίκες και έγραφε: «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ».

Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, κυρίως από μέλη της οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που διέμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας με αρκετούς νεκρούς.[31]

Ο αφοπλισμός του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ

Το καλά εξοπλισμένο και εμπειροπόλεμο 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ (καπετάνιος: ανθυπίλαρχος Δημήτρης Δημητρίου (Νικηφόρος), στρατιωτικός: ταγματάρχης Μιχάλης Παπαζήσης) στα μεσάνυχτα της 3/12/1944 είχε φθάσει στη Φιλοθέη Αττικής, εκεί συναντήθηκε με τα βρετανικά στρατεύματα. Καθώς δεν υπήρχαν εντολές εμπλοκής με βρετανικές δυνάμεις και αφού ο Νικηφόρος έλειπε, το σύνταγμα παραδόθηκε κατόπιν διαταγής του Παπαζήση, χωρίς να πολεμήσει. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν να εκδοθούν διαταγές απαγόρευσης ως εσχάτη προδοσία της παράδοσης σε βρετανικές δυνάμεις, από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ.

Η αρχική φάση της σύγκρουσης 4-9 Δεκέμβρη

 
Βρετανοί στρατιώτες στο Σύνταγμα, κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Η λήψη στην συμβολή της οδού Πανεπιστημίου με την οδό Κριεζώτου. Στη θέση του κτιρίου που απεικονίζεται από πίσω σήμερα βρίσκονται τα πρώην γραφεία της ATEbank.

Την επόμενη ημέρα τα ξημερώματα, στην περιοχή του Θησείου διεξήχθη η πρώτη μάχη ανάμεσα σε δύο τάγματα του ΕΛΑΣ και το σύνολο της Οργάνωσης Χ που έδρευε στην περιοχή. Η μάχη διήρκεσε μερικές ώρες και ο ΕΛΑΣ κατέβαλε την άμυνα των αντιπάλων του, όμως οι Βρετανοί επενέβησαν με άρματα και μετέφεραν τον αρχηγό της Οργάνωσης Χ, Γεώργιο Γρίβα, στο βρετανοκρατούμενο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε κατάληψη πολλών αστυνομικών τμημάτων στον Πειραιά και σε περιοχές περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας, όπως στην Κυψέλη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, στον Κολωνό, στα Πατήσια και αλλού[32]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές Βαριώτη, στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης τις οποίες κατέλαβαν.

Η Ρήξη

Τη νύχτα της 4ης προς 5η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιχείρησαν την κατάληψη των φυλακών Συγγρού, όπου κρατούνταν δοσίλογοι. Η επίθεση ανακόπηκε μετά από παρέμβαση των Βρετανών που χρησιμοποίησαν τεθωρακισμένα οχήματα. Παρόμοια εξέλιξη είχε η επίθεση στις φυλακές Χατζηκώστα[33] που έληξε με παρέμβαση των Βρετανών. Τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη[34]. Μετά από τετραήμερη σκληρή μάχη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αποκρούστηκαν μετά από δραστική επέμβαση βρετανικών τεθωρακισμένων, με αποτέλεσμα να καθηλωθούν γύρω από το στρατόπεδο.

Ακρόπολη

Σύμφωνα με (μεταγενέστερες) αναφορές μαχητών του ΕΛΑΣ, ο ιερός βράχος κατεχόταν από μέλη του ΕΛΑΣ και κατόπιν συμφωνίας με Βρετανικές δυνάμεις με τη διαμεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού αποχώρησαν, ώστε το μνημείο να μείνει ανοχύρωτο. Με την αντίθετη λογική προγενέστερα ο ταγματάρχης του ΕΛΑΣ Γιάννης Κιλισμάνης είχε ζητήσει να στηθεί ουλαμός πυροβολικού στον ιερό βράχο, κάτι που η Κομματική Οργάνωση Αθηνών απάντησε ότι θα είναι «ιεροσυλία»[35]. Γεγονός ήταν ότι οι μαχητές του ΕΛΑΣ είχαν αποχωρήσει από την Ακρόπολη και στις 6 Δεκεμβρίου δυνάμεις της 2ας Βρετανικής ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν τον ιερό βράχο , όπου εγκατέστησαν πολυβόλα και όλμους βάλλοντας εναντίον θέσεων του ΕΛΑΣ σε όλη την περίμετρο του βράχου (Μακρυγιάννη, Θησείο, Φιλοπάππου, Ψυρρή). Μάλιστα η χρήση αυτού του στρατηγικού σημείου αποδείχθηκε κομβικής σημασίας στη Μάχη του Μακρυγιάννη[36]. Από την άλλη πλευρά όμως και ο ΕΛΑΣ αδυνατούσε να ανταπαντήσει για να μη πληγεί το μνημείο. Ανταπέδωσε μερικά πυρά (4 όλμους) στις 17/12/1944. Ενώ δύο προσπάθειες του για ανακατάληψη της Ακρόπολης στις 6 και 7 Δεκεμβρίου υπήρξαν άκαρπες[εκκρεμεί παραπομπή]. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να προκύψουν στην Ακρόπολη σημαντικές ζημιές[37]. Σε όλη την διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Κ.Ε του ΕΛΑΣ θα καταγγέλλει την «ανανδρία» της Μεγάλης Βρετανίας[38].

Γουδί

Παρόμοια εξέλιξη είχε και η επίθεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στους στρατώνες του Γουδή όπου έδρευε η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Στις 9 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε επίθεση στη σχολή Ευελπίδων (που τότε έδρευε στους Αμπελόκηπους), στον χώρο της οποίας βρίσκονταν 23 αξιωματικοί και 183 ευέλπιδες. Η πολιορκία λύθηκε με παρέμβαση των Βρετανών που μετέφεραν το προσωπικό της σχολής στα ανάκτορα.[31]

Στις 5 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ κατέλαβε την Γενική Ασφάλεια Αθηνών στην οδό Πατησίων και Τοσίτσα και συνέλαβε μερικούς αιχμάλωτους, ενώ οι περισσότεροι αστυνομικοί που υπεράσπιζαν το κτήριο φυγαδεύτηκαν από αγγλικά άρματα. Επίσης το 4ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ κατέλαβε την έδρα της Ανώτατης Διοίκησης Χωροφυλακής Ελλάδας στην οδό Πατησίων στο Πεδίο του Άρεως και αιχμαλώτισε 80 περίπου αξιωματικούς της Χωροφυλακής. Στις 6 Δεκεμβρίου, ο ΕΛΑΣ μετά από διήμερη πολιορκία κατέλαβε και πυρπόλησε το επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου και Δεριγνύ κτίριο, το οποίο η Ειδική Ασφάλεια Αθηνών χρησιμοποιούσε επί Κατοχής ως άντρο βασανισμού και εκτελέσεων αντιστασιακών.

Γενίκευση της σύγκρουσης – Ενισχύσεις

Ενισχύσεις – Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών

Στις 9 Δεκεμβρίου ο Τσώρτσιλ διέταξε αποστολή νέων ενισχύσεων στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο στρατάρχης Αλεξάντερ έχοντας δει στην Αθήνα την κατάσταση αποφάσισε την αντικατάσταση του στρατηγού Σκόμπυ ο οποίος θεωρούταν ότι δεν είχε πολεμική εμπειρία καθώς είχε υπηρετήσει σε διοικητικές θέσεις. Ο Αλεξάντερ διέταξε την άμεση αναχώρηση από την Ιταλία του υποστράτηγου Τζων Χώκσγουερθ (John Hawkesworth) και του ταξιάρχου Χιου Μάνεριγκ (Hugh Mainwaring), οι οποίοι πλαισιώθηκαν από το εμπειροπόλεμο επιτελείο του 10ου Σώματος Στρατού και συστάθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών (Military Command Athens), η οποία διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως το τέλος της μάχης, άλλα έμεινε στην αφάνεια για να μη πληγεί το κύρος του στρατηγού Σκόμπυ[39]

Πειραιάς-Φάληρο

Την επόμενη μέρα οι Βρετανοί ξεκίνησαν επιχείρηση για την ανακατάληψη του Πειραιά. Στην επιχείρηση για την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας χρησιμοποιήθηκε η 5η Ινδική Ταξιαρχία. Οι Ινδοί στρατιώτες γνωστοί ως Γκούρκας (Gurkha), έπειτα από σκληρή μάχη, στην οποία είχαν σημαντικές απώλειες, κατέλαβαν την Καστέλλα στις 14 Δεκεμβρίου.

 
Στρατιώτης του Βρετανικού 5ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών καλύπτεται σε δρόμο της Αθήνας.

Στις 16 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκαν στο Φάληρο νέες βρετανικές ενισχύσεις και ξεκίνησαν επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των περιοχών της Αθήνας που βρίσκονταν στον έλεγχο του ΕΛΑΣ, αρχής γενομένης από την εξασφάλιση του ελέγχου της Λεωφόρου Συγγρού που τους επέτρεπε την μεταφορά στρατιωτών από το Φάληρο στο κέντρο της Αθήνας.

Παράδοση του Αρχηγείου της RAF

Οι δυνάμεις της RAF (124 στελέχη, 594 πιλότοι και προσωπικό εδάφους) είχαν το αρχηγείο δυνάμεων τους σε τρία ξενοδοχεία της Κηφισιάς. Τη νύχτα της 17ης προς 18η Δεκεμβρίου, δυνάμεις 1.000 μαχητών του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν επιτυχημένη επιχείρηση καταλαμβάνοντας τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς Σεσίλ, Απέργη και Πεντελικόν, στα οποία διέμενε το προσωπικό της RAF. Εναντίον της επιχείρησης του ΕΛΑΣ έδρασαν αεροσκάφη της RAF που πετούσαν πολύ χαμηλά. Ήταν η μοναδική περίπτωση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αρχηγείο της RAF παραδόθηκε στον εχθρό. Από τις βρετανικές δυνάμεις, σκοτώθηκαν 11, αιχμαλωτίστηκαν 585 και 133 διέφυγαν[40].

Όλες αυτές τις μέρες των μαχών η Βρετανική Αεροπορία προσέβαλε, με ρουκέτες και πολυβόλα, θέσεις του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα και στα περίχωρα προκαλώντας πολλούς θανάτους αμάχων.

Ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα

 
Ο Τσώρτσιλ αποβιβάζεται από το καταδρομικό Άγιαξ. Στο βάθος η ακτή της Αττικής (28/12/1944).

Τη νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου, δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην υλοποίηση σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία όπου διέμεναν η Ελληνική Κυβέρνηση και το βρετανικό επιτελείο. Για τον σκοπό αυτό, παγιδεύτηκε με εκρηκτικά υπόνομος που κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του κτιρίου. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Σπύρος Καλοδίκης, οργανωτικός γραμματέας της ΚΟΑ. Η έκρηξη αναβλήθηκε προσωρινά λόγω της άφιξης του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό Άγγλοι εντόπισαν και απενεργοποίησαν τα εκρηκτικά[41]. Έχει επίσης αναφερθεί ότι ήταν μόνο μέτρο πίεσης και δεν υπήρχε εξαρχής πρόθεση για την ανατίναξη, καθώς στο ξενοδοχείο διέμεναν και υψηλόβαθμα μέλη της Σοβιετικής Αποστολής[42].

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουίνστον Τσώρτσιλ έφτασε στην Ελλάδα το μεσημέρι της 25ης Δεκεμβρίου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Άντονι Ίντεν. Την πρώτη ημέρα διέμεινε στο Φάληρο στο καταδρομικό Ajax και την επόμενη πήγε στο Υπουργείο Εξωτερικών, όπου συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης-Σκόμπυ και αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Αποτυχία των διαπραγματεύσεων, τελευταίες μάχες

 
Προκήρυξη της Ορεινής Ταξιαρχίας του Ελληνικού Στρατού κατά τα Δεκεμβριανά του 1944

Δεύτερη γενική επίθεση

Στο μέτωπο των μαχών οι βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν από τις 27 Δεκεμβρίου, γενική επίθεση κατά του ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου και τον Πειραιά στις 7 Ιανουαρίου, όταν ο όγκος των βρετανικών μηχανοκινήτων αλλά και η εξάντληση των εφοδίων και των πυρομαχικών υποχρέωσαν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ να υποχωρήσουν προς τα βόρεια. Οι βρετανικές δυνάμεις, αεροπορία και πυροβολικό, βομβάρδισαν το Περιστέρι χτυπώντας την 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με έκθεση της Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, περισσότερες από 4.000 βόμβες έπληξαν τη περιοχή με αποτέλεσμα απώλειες στους αμάχους.

Μάχες στο Μεταξουργείο, Εξάρχεια, Γηροκομείο

Στη περιοχή του Μεταξουργείου πολεμούσε το 5ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών, το 6ο Τάγμα μαζί με το 153ο Τάγμα Εθνοφυλακής μαζί με άρματα μάχης. Η προέλαση των Βρετανών ήταν αργή καθώς πολεμούσαν ενάντια στο έμπειρο 9ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ (Μεσσηνίας). Στις 3 Ιανουαρίου 1945, οι μαχητές του ΕΛΑΣ κυκλώθηκαν. Σύμφωνα με βρετανικές αναφορές ο ΕΛΑΣ είχε 151 νεκρούς, ενώ οι Βρετανοί 10.

Στη περιοχή των Εξαρχείων, οι Βρετανικές δυνάμεις πολεμούσαν κυρίως εναντίον του ΕΛΑΣ σπουδάζουσας. Οι μάχες δόθηκαν και μέσα σε πολυκατοικίες. ενώ στη περιοχή του Γηροκομείου δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη.

Πέντε ημέρες μετά την εκκένωση της Αθήνας, στις 11 Ιανουαρίου, οι μάχες τερματίστηκαν, αφού οι Θεόδωρος Μακρίδης, Αθηναγόρας Αθηνέλλης, Γιάννης Ζέβγος και Δημήτρης Παρτσαλίδης, ως εκπρόσωποι της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ, υπέγραψαν στρατιωτική εκεχειρία με τον Σκόμπυ, που τέθηκε σε ισχύ στις 14/1/1945[43].

Τα Δεκεμβριανά στην υπόλοιπη Ελλάδα

Όταν γενικεύτηκαν οι συγκρούσεις εντός Αττικής (μετά τις 6/12), το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ ζητούσε να πάρει μέτρα εναντίον των βρετανικών δυνάμεων εντός της υπόλοιπης Ελλάδας. Όμως η Κ.Ε του ΕΛΑΣ «απέρριψεν τετράκις» αυτές τις προτάσεις[44]. Στις 10/44 βρετανικές δυνάμεις που κινούνταν στην περιοχή της Ελευσίνας περικυκλώθηκαν από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και γίνανε διαπραγματεύσεις για αφοπλισμό των Βρετανών. Όμως με εντολή του Σιάντου, οι δυνάμεις αυτές αφέθηκαν να κατευθυνθούν προς την Αθήνα ανενόχλητες. Ανάλογο περιστατικό έγινε με φάλαγγα βρετανικών οχημάτων που περικυκλώθηκε στην περιοχή της Λιβαδειάς και ο στρατηγός Μάντακας διέταξε την μη προσβολή τους[45] λέγοντας: «Αφήστε τους να τους λιντσάρει ο λαός της Αθήνας».

Μακεδονία

Ο ΕΛΑΣ με πρωτοβουλία του Μάρκου Βαφειάδη είχε καταλάβει την πόλη της Θεσσαλονίκης[46] αντίθετα με ότι προέβλεπε η Συμφωνία της Καζέρτας, ενώ οι Βρετανοί είχαν προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό της πόλης. Το Π.Γ. του ΚΚΕ έστελνε οδηγίες στο Γραφείο Μακεδονίας στις 12/12/1944 να διοργανώσει απεργία και να κάνει συλλαλητήρια και υπομνήματα προς τους αντιπροσώπους της Σοβιετικής Ένωσης, των ΗΠΑ και της Αγγλίας[47].

Ήπειρος

Το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ με τον Βελουχιώτη και Σαράφη επικεφαλής της 1ης, 8ης, 9ης και 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ έφτασαν στις 18/12/44 στην Ήπειρο, όπου επιτέθηκαν εναντίον του ΕΔΕΣ. Μέσα σε τέσσερις ημέρες νίκησαν τον ΕΔΕΣ. Ο Ζέρβας, αλλά και στρατιωτικοί του ΕΛΑΣ εξέφρασαν την απορία τους γιατί τέτοιος όγκος δυνάμεων οδηγήθηκε εναντίον του ΕΔΕΣ σε ένα τόσο μικρό μέτωπο, ενώ οι Βρετανοί δε βοήθησαν τον ΕΔΕΣ καθώς θεώρησαν τη σύγκρουση άνευ σημασίας. Τελικά ο ΕΔΕΣ υποχώρησε και κατέφυγε στην Κέρκυρα μέσω Πρέβεζας[48].

Κρήτη και νησιά

Συνέπειες της σύγκρουσης

 
Προκήρυξη του ΚΚΕ προς τους εργάτες διαφόρων αθηναϊκών συνοικιών να πολεμήσουν εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου και των Βρετανών υποστηρικτών της.

Ο αστικός πολιτικός κόσμος της εποχής κατηγόρησε την ηγεσία του ΕΑΜ και το ΚΚΕ για υπαναχώρηση όσον αφορά τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων και για προσχηματική αρχική συμφωνία, την οποία αρκετοί τότε απέδωσαν στο ότι αναμένονταν στην Ελλάδα πολύ περισσότερες συμμαχικές (Βρετανικές) δυνάμεις από αυτές που τελικά ήρθαν. Το ΕΑΜ κατηγόρησε τους αντιπάλους του για επέμβαση ξένων δυνάμεων στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Μεγάλο μέρος της Αθήνας είχε μετατραπεί σε ερείπια και πολλοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους από τις μάχες που διεξάγονταν στους δρόμους της Αθήνας άλλα και από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Άγγλων.

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών μέλη της οργάνωσης ΟΠΛΑ, δολοφόνησαν έναν αριθμό αντιφρονούντων, υποστηρικτών του αστικού καθεστώτος, αλλά και αμφισβητιών της επίσημης κομματικής γραμμής του ΚΚΕ, μεταξύ των οποίων και γύρω στους 50 τροτσκιστές /αρχειομαρξιστές οι οποίοι χαρακτήριζαν τα Δεκεμβριανά ως «σταλινικό πραξικόπημα». Στην περιοχή των διυλιστηρίων της ΟΥΛΕΝ έλαβαν χώρα εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα της ΟΠΛΑ ήταν:

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα θεωρούνται από μια πλευρά των ιστορικών ως η δεύτερη φάση του Ελληνικού Εμφυλίου (ο «δεύτερος γύρος» κατά τη μεταπολεμική οπτική) και οδήγησαν στην τρίτη φάση («τρίτο γύρο»), που τερματίστηκε το 1949 με την (στρατιωτική) ήττα του ΚΚΕ. Η σύγκρουση των Δεκεμβριανών, καθώς και οι περιπτώσεις ακραίας βίας, όχι μόνο κατά δοσίλογων, αλλά κατά υποστηρικτών της κυβέρνησης και του αστικού καθεστώτος, αύξησε το αντικομμουνιστικό μένος της αντίπαλης πλευράς και έκανε πολύ δύσκολη την προοπτική της άμβλυνσης των παθών.

Μια άλλη πλευρά των ιστορικών μιλάει ξεκάθαρα για μια ιμπεριαλιστική επέμβαση στα πεπραγμένα μιας συμμάχου χώρας, καθώς εν καιρώ πολέμου, η Βρετανία έστειλε σχεδόν 100.000 στρατό στην Ελλάδα για να υπερασπίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της. Σημειωτέον πως ο αριθμός των στρατιωτών αυτών ήταν σαφώς μεγαλύτερος από εκείνους που εστάλησαν προς βοήθεια της Ελλάδας όταν δέχθηκε την Ιταλική επίθεση και σχεδόν όμοιος με τον αριθμό των ιταλών εισβολέων της περιόδου 1940-41[49].

Τα θύματα

Συγκεντρωτικά στοιχεία

Στον πιο αποδεκτό «πίνακα απωλειών» των αντιμαχόμενων πλευρών στις μάχες της Αθήνας, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν 210 νεκρούς, 55 μόνιμα αγνοούμενους και 1100 αιχμαλώτους στα χέρια του ΕΛΑΣ. Οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν 3480 νεκρούς (889 ανήκαν στη χωροφυλακή και την αστυνομία και 2540 στα στρατιωτικά τμήματα) και πολλούς αιχμαλώτους. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν στους 2-3 χιλιάδες νεκρούς και 7-8 χιλιάδες αιχμαλωτισθέντες, χωρίς στους τελευταίους να υπολογίζονται οι αριστεροί πολίτες και οπαδοί του ΕΑΜ που συνέλαβαν οι Βρετανοί[50]. Οι συνολικές απώλειες από τις 33 μέρες συγκρούσεων ανήλθαν στον αριθμό των 17.000 νεκρών, δηλαδή περισσότερων από όσους χάθηκαν στον πόλεμο του 1940-41 (15.000)[51].

Ο απολογισμός των Δεκεμβριανών είναι μεγαλύτερος από εκείνων των ενδοαντιστασιακών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της κατοχής, διότι σε ένα μήνα μαχών και συγκρούσεων σε όλη την Ελλάδα ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται στους 7000 άτομα. Τα στοιχεία των αντιστασιακών οργανώσεων επιβεβαιώνουν τους αριθμούς. Από τους 75 νεκρούς της οργάνωσης ΡΑΝ, οι 73 σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ ή την ΟΠΛΑ στα δεκεμβριανά. Την ίδια ακριβώς περίοδο από τους 36 νεκρούς της ΠΕΑΝ, οι 16 σκοτώθηκαν από την ΟΠΛΑ. Από τους 147 νεκρούς του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ το 54% σκοτώθηκε κατά τα Δεκεμβριανά και το 25% σε συγκρούσεις με τα Τάγματα Ασφαλείας.[52]

Η τύχη των αιχμαλώτων

Tο ΚΚΕ, με μοχλό τον ΕΑΜ πραγματοποίησε μαζικές συλλήψεις πολιτών. Η ομηρία -όπως χαρακτηρίστηκε- συνολικά 15.000 αιχμαλώτων[53] οδήγησε σε πλήγμα του κύρους του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ δεν μπορούσε να συντηρήσει με τρόφιμα τους ομήρους, ενώ αυτοί υποχρεώθηκαν σε εξαντλητικές πεζοπορίες[54] όπως και έγιναν εκτελέσεις ομήρων που αργοπορούσαν ή πέθαναν από τις κακουχίες.[55] Μεταξύ των προσωπικοτήτων που εκτέλεσαν οι ομάδες του ΕΑΜ υπήρξαν ακαδημαϊκοί (Ιωάννης Θεοφανόπουλος πρύτανις ΕΜΠ), αθλητές (Φαίνη Ξύδη), κ.ά., ενώ ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κατάφερε να δραπετεύσει.</ref>

Οι βρετανικές δυνάμεις όταν καταλάμβαναν μια περιοχή που έλεγχε το ΕΑΜ, συλλαμβάναν ως αιχμαλώτους τα άτομα της περιοχής. Γύρω στις 12.000 αιχμάλωτοι είχαν συλληφθεί ως τις αρχές του Ιανουαρίου του 1945. Πολλοί από αυτούς φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης εντός Αττικής, ενώ άλλοι στάλθηκαν στην Ελ-Ντάμπα της Αιγύπτου[56].

Τα θύματα των βρετανικών βομβαρδισμών

Υπολογίζεται ότι γύρω στους 500 άμαχους έχασαν τη ζωή τους από τους βρετανικούς βομβαρδισμούς στην περιοχή της Αθήνας[57].

Η σοβιετική σιωπή

 
Βρετανικά άρματα και πεζικό εισβάλουν στα κεντρικά γραφεία του ΕΑΜ, στην οδό Κοραή, απέναντι από το Πανεπιστήμιο.

Όσο υπήρχε ο κίνδυνος μιας χωριστής ειρήνης των ΗΠΑ και της Βρετανίας με την νικημένη Γερμανία, τα σοβιετικά στρατεύματα, που έως το καλοκαίρι του 1944, είχαν προελάσει έως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, δεν επρόκειτο να περάσουν την ελληνοβουλγαρική μεθόριο[58]. Η συνάντηση της Γιάλτας πλησίαζε και η Σοβιετική Ένωση δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους Βρετανούς και έτσι να διακινδυνεύσει σπουδαία συμφέροντά της σε άλλες περιοχές[59][60] Μετά τα γεγονότα ο Στάλιν τήρησε μια περίεργη σιγή· απέφυγε και να επικρίνει τους Βρετανούς αλλά και να αποθαρρύνει τον ΕΛΑΣ. Σχετικά με την στάση αυτή του Στάλιν, ο Τσώρτσιλ παρατηρεί ότι ενώ οι ΗΠΑ επέκριναν τη βρετανική παρέμβαση στην Ελλάδα, «ο Στάλιν παρέμεινε αυστηρά και πιστά προσκολλημένος στη Συμφωνία μας του Οκτωβρίου»από πού μέχρι πού το quote?[εκκρεμεί παραπομπή] (απόσυρση βουλγαρικών στρατευμάτων μέχρι τέλη Οκτωβρίου από τη Μακεδονία και Θράκη) και κατά τη διάρκεια των πολλών εβδομάδων του αγώνα εναντίον των κομμουνιστών στους δρόμους της Αθήνας ούτε μια λέξη μομφής δεν βγήκε από την Πράβντα ή την Ισβέστια. Ωστόσο, από τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα,[61] προκύπτει ότι, πριν από τη ανακωχή, η ΕΣΣΔ προειδοποίησε την ηγεσία του ΚΚΕ, μέσω του Βούλγαρου κομμουνιστή ηγέτη Γκεόργκι Δημητρόφ, να μη περιμένει καμιά βοήθεια.

Ο Στάλιν είχε τηρήσει αυστηρά αυτήν τη [[Συμφωνία των ποσοστών] και στις έξι εβδομάδες που είχαν διαρκέσει οι μάχες εναντίον του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, η Ισβέστια και η Πράβντα δεν αναφέρθηκαν στο γεγονός. Στις δύο όμως βαλκανικές χώρες της Μαύρης Θάλασσας (Βουλγαρία, Ρουμανία), ακολουθούσε αντίθετη πορεία. Αν όμως τον πίεζαν μπορεί να έλεγε: «Εγώ δεν επεμβαίνω σε ό,τι κάνετε στην Ελλάδα. Επομένως, για ποιο λόγο εσείς δε με αφήνετε να δράσω ελεύθερα στη Ρουμανία;»[62].

Τον Απρίλιο του 1945 ο Τσώρτσιλ, σε επιστολή του προς τον Στάλιν, αναγνωρίζει την «κατανόηση» (consideration) που έδειξε ο δεύτερος για τη στρατιωτική επέμβαση της Βρετανίας εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Προσθέτει ότι δεν τον ενδιαφέρει αν η Ελλάδα γίνει βασίλειο ή δημοκρατία, αλλά ότι ελπίζει να γίνουν δίκαιες και ελεύθερες εκλογές στους επόμενους μήνες, και ότι σκοπεύει να καλέσει και εκπροσώπους της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ ως παρατηρητές.[63]

Η βρετανική επέμβαση

Οι Βρετανοί αντίθετα, μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό τους, παρουσιάστηκαν αποφασισμένοι σε μέγιστο βαθμό. Ο Τσώρτσιλ, έχοντας ενισχύσει τη θέση του με την αγγλοσοβιετική συμφωνία της Μόσχας στις 9 Οκτωβρίου 1944 που αφορούσε τα Βαλκάνια με την άμεση απόσυρση μέχρι τέλος Οκτωβρίου των βουλγαρικών στρατευμάτων από τις περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης, ενώ το ΚΚΕ σε αντιστάθμισμα, ζήτησε από το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα την αποστολή μεγάλης ποσότητας όπλων και πυρομαχικών, για να λάβει αρνητική απάντηση στις 21 του ίδιου μήνα. Το αιτιολογικό ήταν οι κίνδυνοι διεθνών επιπλοκών αλλά και η έλλειψη όπλων[64]. Ο Τσώρτσιλ διέταξε την κατάπνιξη της εξέγερσης και σε σχετικό μήνυμά του προς το στρατηγό Σκόμπι ανέφερε επί λέξει: «Μη διστάσετε να ενεργήσετε ωσάν να ευρίσκεστε σε μια κατακτημένη πόλη όπου έχει ξεσπάσει μια τοπική εξέγερσις.» Τον ίδιο καιρό τηλεγράφησε στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα σερ Ρέτζιναλντ Λήπερ (Sir Reginald Leeper) ότι αυτός και ο Παπανδρέου έπρεπε να ακολουθήσουν τις διαταγές του Σκόμπι για όλα τα θέματα που αφορούσαν τη δημόσια τάξη και ασφάλεια[65] Ακόμα, στα απομνημονεύματά του[66] σημειώνει σχετικά: «Δεν έχει νόημα να κάνεις τέτοια πράγματα με ημίμετρα[67] Επιδιώκοντας δε να εισπράξει τη συμπαράσταση του Αμερικανού προέδρου Φ. Ρούζβελτ για την επέμβασή του στην Ελλάδα, ο Τσώρτσιλ δεν δίστασε να ψεύδεται εσκεμμένα σε μήνυμά του προς αυτόν, αναφέροντας απώλειες δήθεν 40.000 βρετανών στρατιωτών στην προσπάθεια υπεράσπισης της Ελλάδας κατά την προσβολή της από τις δυνάμεις του Άξονα κατά την περίοδο 1940 -41.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η αγόρευση του Τσώρτσιλ

Στις 18/1/1945 ο Βρετανός πρωθυπουργός μίλησε ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων και έδωσε εξηγήσεις όσον αφορά τη πολιτική του σχετικά με τη κατάσταση στην Ελλάδα και τα Δεκεμβριανά στην Αθήνα. Ο Τσώρτσιλ αμύνθηκε της πολιτικής του προχώρησε σε κριτική του ΕΛΑΣ.

«Μετέβημεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἑλληνικήν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποίαν ἀντιμετώπιζε τὴν σύγχυσιν ποὺ εἶχε προκαλέσει εἰς τὴν χώραν ὁ τρόμος τῶν Γερμανῶν. […] Εἴχομεν προμηθεύσει εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς ὅπλα εἰς σημαντικὰς ποσότητας, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐμάχοντο κατὰ τῶν Γερμανῶν. […] Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τῶν Γερμανῶν, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἔλαβον ἁπλῶς τὰ ὅπλα αὐτὰ καὶ ἐνήδρευον περιμένοντας τὴν στιγμὴν νὰ καταλάβουν τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ κάμουν τὴν Ἑλλάδα κομμουνιστικὸ κράτος μὲ ὁλοκληρωτικὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν αντιθέτων. […] Ὁ ἐξοπλισμένος ΕΛΑΣ κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν ἔπαιξε πολὺ μικρὸν ρόλον εἰς τὸν ἀγώνα κατὰ τῶν Γερμανῶν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξάρω τὸν ρόλον του, ὅπως θὰ ἔπραττον ἀποτίων φόρον θαυμασμοῦ εἰς τοὺς ἡρωικοὺς Γάλλους Μακὶ καὶ τοὺς Βέλγους τοιούτους.»[68]

Αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας

Η επέμβαση των Βρετανών στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας και γενικά στην απελευθερωμένη Ευρώπη, αντίθετα με όσα προβλέπονταν περί σεβασμού της επιθυμίας των λαών στη Χάρτα του Ατλαντικού, προκάλεσε μια θυελλώδη συνεδρίαση του αγγλικού κοινοβούλιου στις 8 Δεκεμβρίου, όταν ο βουλευτής των Εργατικών Σέυμορ Κοκς έφτασε στο σημείο να παραλληλίσει τις ενέργειες του Ουίνστον Τσώρτσιλ να επιβάλει τις κυβερνήσεις της αρεσκείας του, με εκείνες του Αδόλφου Χίτλερ να διορίζει γκάουλάιτερ στις κατεχόμενες από τον Άξονα χώρες[69].

Η προετοιμασία των αντίπαλων πλευρών

Δυνάμεις και προετοιμασία της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ

Με προσωπική του διαταγή ο Σιάντος, ως γραμματέας του ΚΚΕ, και δίχως να συγκροτηθεί κανένα συλλογικό όργανο του ΚΚΕ ή του ΕΑΜ, ανασυγκρότησε την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ ενώ παράλληλα απαγόρευσε κάθε εμπλοκή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ[70]. Στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ τοποθετήθηκαν μη κομματικά στελέχη σε μια προσπάθεια να μην εκτραπούν οι συγκρούσεις με επικεφαλής τον ίδιο τον Σιάντο και τους αξιωματικούς Μάντακα και Χατζημιχάλη. Επιτελάρχης της Κεντρικής Επιτροπής διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Λαγγουράνης, πρώην υποδιοικητής του 5/42 Συντάγματος, ενώ ήταν περαστικός από την Αθήνα. Μάλιστα η συμμετοχή του σε αυτήν την νευραλγική θέση προκάλεσε αντιδράσεις, επειδή ο αδερφός του υπηρετούσε στην Αμερικάνικη Αποστολή στην Ελλάδα[εκκρεμεί παραπομπή].

Το Α΄ Σώμα Στρατού, είχε στα χαρτιά μία καταγεγραμμένη δύναμη που πλησίαζε τις 20.000 γυναίκες και άνδρες, διέθετε όμως μόλις 6.000 όπλα με ελάχιστα πυρομαχικά. Οι μονάδες της Στερεάς, η 2η και η 13η Μεραρχία είχαν περίπου 5.000 ενόπλους κοντά στην Αθήνα (το 2ο Σύνταγμα αφοπλίστηκε πριν την σύγκρουση). Στη διάρκεια των μαχών έφθασαν στην Αθήνα μονάδες από την Πελοπόννησο, τη Στερεά ή και τη Θεσσαλία, η Ταξιαρχία Ιππικού και το 54ο Σύνταγμα· συνολικά 6.000 έως 7.000 ένοπλοι. Το σύνολο των δυνάμεων του ΕΛΑΣ αποτελούνταν από το Α΄ Σώμα Στρατού, την 2η Μεραρχία, το 52 Σύνταγμα Πεζικού, την 8η Ταξιαρχία, την Εθνική Πολιτοφυλακή κ.ά. μονάδες.

Το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ

Σε συνάντηση στις 7/12 μελών του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, ο Σιάντος έγινε αποδέκτης κριτικής του Ιωαννίδη — με την οποία συμφώνησαν τα υπόλοιπα μέλη — ότι παρασύρθηκε από τις διαθέσεις του εξαγριωμένου εαμικού πλήθους και ενέπλεξε τον ΕΛΑΣ στην σύγκρουση με τις βρετανικές δυνάμεις οδηγώντας στη διάσπαση του μετώπου του ΕΑΜ[71].

Το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ

Ο επιτελικός αξιωματικός του ΕΛΑΣ Θεόδωρος Μακρίδης είχε προβλέψει εγκαίρως ότι είναι «λίαν ενδεχομένη βρετανική ένοπλος επέμβασις» και είχε καλέσει την ηγεσία του ΚΚΕ να πάρει μέτρα για αντιπαράθεση με τους Βρετανούς. Αντίθετα το ΚΚΕ απέκοψε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ που είχε μέλη τους οπαδούς της σύγκρουσης Στέφανο Σαράφη και Άρη Βελουχιώτη.

Οι βρετανικές υπηρεσίες ενημέρωναν τακτικά τον αρχιστράτηγο Σκόμπι για τις κινήσεις του Βελουχιώτη σε όλη τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Όταν ο τελευταίος προσέγγισε στη Θήβα στις 5/1/1945, το ΚΣ του ΕΛΑΣ και το ΠΓ του ΚΚΕ του απαγόρευσαν περαιτέρω εμπλοκή[72]. Ο Σκόμπυ στις 2/12/1944 ζήτησε από την S.O.E. τη διερεύνηση της δυνατότητας χαρακτηρισμού του Βελουχιώτη ως «εγκληματία πολέμου»[73].

Βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις

Ήδη από το 1943 η Βρετανική πλευρά είχε προσανατολιστεί στην αποστολή στρατευμάτων μετά την Απελευθέρωση ώστε να μην πληγούν τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα. Σε σημείωμα στον Ήντεν ο Τσώρτσιλ έγραψε στις 6 Αυγούστου 1944: «Είτε θα υποστηρίξουμε τον Παπανδρέου, αν χρειαστεί και με τη βία όπως έχουμε συμφωνήσει, είτε θα πάψουμε να έχουμε τις οποιεσδήποτε βλέψεις στην Ελλάδα». Άλλωστε και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Παπανδρέου σε επιστολές προς τον Τσώρτσιλ στις 21 Αυγούστου του 1944 εξηγούσε πως «ήταν απαραίτητο να δημιουργήσει έναν Εθνικό Στρατό και Αστυνομία, και για να επιτύχει αυτόν τον στόχο θα ήταν απαραίτητη η βρετανική ένοπλη βοήθεια»[74].

Στην Αθήνα και στον Πειραιά, οι βρετανικές δυνάμεις αποτελούνταν από μία ελλειπή ταξιαρχία τεθωρακισμένων, την 23η με μία ίλη αρμάτων Sherman των 35 τόνων. Παράλληλα μεγάλο μέρος των μονάδων της ταξιαρχίας ήταν διάσπαρτες στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα. Υπήρχαν επίσης η προετοιμαζόμενη για μετάβαση στην Ιταλία 2η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών μειωμένης σύνθεσης (δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών με δύο λόχους το καθένα, έναντι προβλεπομένης σύνθεσης τριών λόχων ανά τάγμα) καθώς και δύο τάγματα της 139ης Ταξιαρχίας της 46ης Μεραρχίας Πεζικού τα οποία αφίχθησαν αεροπορικώς στις 3 Δεκεμβρίου για να αντικαταστήσουν τους αλεξιπτωτιστές που επρόκειτο να αναχωρήσουν. Συνολικά, οι Βρετανοί διέθεταν 5.000 άνδρες. Υπήρχε επίσης πλήθος βοηθητικών μονάδων με το προσωπικό τους, σχεδόν 10.000 άτομα. Στο διάστημα μέχρι 10 Δεκεμβρίου η 23η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία συγκέντρωσε στην Αθήνα όλες τις διάσπαρτες μονάδες της στη Νότιο Ελλάδα, η 2η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών διετάχθη να παραμείνει στην Αθήνα και ενισχύθηκε με ένα ακόμα τάγμα, η 139η Ταξιαρχία συμπληρώθηκε σε δύναμη, ενώ παράλληλα αποβιβάστηκε στον Πειραιά η 5η Ταξιαρχία της 4ης Ινδικής Μεραρχίας. Καθοριστική για την εξέλιξη των επιχειρήσεων υπήρξε η ενίσχυση των βρετανικών δυνάμεων από την 4η Βρετανική Μεραρχία Πεζικού η οποία αναπτύχθηκε στο Φάληρο στο διάστημα από 12 έως 18 Δεκεμβρίου.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις περιλάμβαναν την Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία με 2.423 άνδρες, μονάδες της Χωροφυλακής με 3.000 άνδρες, της Αστυνομίας με 2.500 άνδρες, άνδρες της «Χ», (ΕΔΕΣ, Ρ.Α.Ν, ΠΕΑΝ κ.ά.), όπως και τους περίπου 1.200 αφοπλισμένους άνδρες των διαλυθέντων Ταγμάτων Ασφαλείας τους οποίους, παρότι είχαν χαρακτηρισθεί από όλους σαν εχθρικοί σχηματισμοί, υπόλογοι για τα εγκλήματά τους κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της κατοχής (όταν αποτέλεσαν συνεργάτες των κατακτητών και έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις κατά των αντιστασιακών δυνάμεων) η κυβέρνηση τους απελευθέρωσε (πολλοί από αυτούς κρατούνταν ενόψει της δίκης τους) και επιπλέον τους εξόπλισε για να πολεμήσουν εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας.

Απόψεις ιστορικών για τα Δεκεμβριανά

Ο ιστορικός και καθηγητής Πανεπιστημίου Γιώργος Μαργαρίτης προσεγγίζει το ζήτημα του λεγόμενου «Δεκεμβριανού κινήματος» αναζητώντας τα αίτιά του κυρίως στην προσπάθεια της μεταπολεμικής ελληνικής άρχουσας τάξης να μη θιγούν τα αποταμιευμένα από την Κατοχή κέρδη μίας μικρής μερίδας πολιτών που είτε συνεργάσθηκαν ευθέως με τους κατακτητές, είτε επωφελήθηκαν από την κατάσταση προκειμένου να πλουτίσουν σε βάρος της λιμοκτονούσης πλειονότητας[75].

Σύμφωνα με τον ιστορικό Νίκο Μαραντζίδη αιτία της ήττας του ΕΛΑΣ ήταν η γενικευμένη επέμβαση των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, επέμβαση που το ΕΑΜ είχε από την αρχή υποτιμήσει, όπως και η δύναμη πυρός που διέθεταν οι Βρετανοί (αεροπορία, τανκς) σε αντίθεση με τον ισχνό οπλισμό του ΕΛΑΣ[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν στρατιωτικό κίνημα, οργανωμένο κεντρικά από την ηγεσία του ΚΚΕ[εκκρεμεί παραπομπή].

Στην ίδια λογική, σύμφωνα με τον καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης Γιώργο Μαυρογορδάτο υπήρχε σχέδιο κατάληψης της εξουσίας από μεριάς του ΚΚΕ — το οποίο ήταν «ανόητο» — μέσω πραξικοπήματος στη βάση της εμπειρίας του Μεσοπολέμου. Άλλωστε αναφέρει, ότι υπήρχαν από το 1943 τρία σχέδια κατάληψης εξουσίας (από τον επιτελικό Μακρίδη και άλλους) και έτσι το ΚΚΕ άρχισε την επίθεση με επαρκείς δυνάμεις, αλλά χωρίς ορθή ιεράρχηση στόχων. Ο στόχος του ΚΚΕ ήταν να εξαλειφθούν οι κυβερνητικές δυνάμεις ώστε να υπάρχει τετελεσμένο γεγονός[76].

Σύμφωνα με τον ιστορικό Στάθη Καλύβα, τα Δεκεμβριανά δεν ήταν αυθόρμητη εξέγερση, αλλά η απόφαση για τη σύγκρουση είχε ληφθεί από το ΚΚΕ από την 27η Νοεμβρίου και επισημοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου, οπότε και ξεκίνησαν για την Αθήνα μονάδες του ΕΛΑΣ Αττικής και Ρούμελης[55].

Αντίθετα, ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης υποστηρίζει ότι, αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στόχευε εξ αρχής σε κατάληψη εξουσίας, αφενός θα εξαπέλυε το στρατιωτικό του κίνημα στο κενό διάστημα από 12-18 Οκτωβρίου του 1944, αφετέρου δεν θα καθυστερούσε την έναρξη επιχειρήσεων εναντίον των Βρετανών επί μια σχεδόν εβδομάδα μετά την έκρηξη της Δεκεμβριανής σύγκρουσης[77].

Συμμετείχαν στη σύγκρουση των Δεκεμβριανών

Στις τάξεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

Αθηναγόρας Αθηνέλλης, Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής), Κώστας Αξελός, Νίκος Γόδας, Εμμανουήλ Βαζαίος, Μίκης Θεοδωράκης, Σπύρος Καλοδίκης, Δημήτριος Κασλάς

 
Υφυπουργός Στρατιωτικών Λεωνίδας Σπαής. Ήταν συντονιστής των κυβερνητικών δυνάμεων
 
Ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς πολέμησε στο Μοσχάτο υπό τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ

Νίκανδρος Κεπέσης, Απόστολος Κοκμάδης, Λεωνίδας Κύρκος,Κωνσταντίνος Λαγγουράνης, Παντελής Λάσκας, Μιχάλης Κατσαρός, Ιάννης Ξενάκης, Αλέξης Πάρνης, Τίτος Πατρίκιος, Λάκης Σάντας, Σωτήρης Τσιτσιπής, Αλέκος Τσουκόπουλος, Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής), Μανώλης Γλέζος, Βασίλης Μπαρτζιώτας, Αιμίλιος Βεάκης, Δήμος Σταρένιος, Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, Γιάννης Ζέβγος, Μέμος Μακρής, Δημήτρης Παρτσαλίδης, Χρύσα Χατζηβασιλείου, Θανάσης Χατζής, Μίμης Φωτόπουλος, Ευάγγελος Γιαννόπουλος

Στις τάξεις των κυβερνητικών δυνάμεων

Λεωνίδας Σπαής, Χριστόδουλος Τσιγάντες, Θύμιος Δεδούσης, Αναστάσιος Πεπονής, Θρασύβουλος Τσακαλώτος, Κωνσταντίνος Βεντήρης, Γεώργιος – Αλέξανδρος Μαγκάκης, Ζάχος Χατζηφωτίου, Στυλιανός Παττακός, Διονύσιος Παπαδόγκωνας, Αντώνης Φωστερίδης, Αντώνης Παπαπαντολέων, Γεώργιος Ράλλης, Νικόλαος Πλαστήρας, Άγγελος Έβερτ, Γεώργιος Γρίβας, Θέμης Μαρίνος, Γεώργιος Σαμουήλ, Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος

Δείτε επίσης

Βιβλιογραφία

  • Χαραλαμπίδης Μενέλαος, «Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας», Αλεξάνδρεια, 2014

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1.  

 

Χατζηβασιλείου, Ε., Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2004, σσ. 75-76: «Είναι βέβαιο ότι ο Σοβιετικός ηγέτης προσδοκούσε να επικαλεστεί τη στάση του αυτή κατά τα Δεκεμβριανά,

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *