ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΩΝ ΟΧΛΗΣΕΩΝ

Ρεπορτάζ

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4: Abandon (Εγκατάλειψη)

Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στην εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές της Γαλλίας τον Μάιο του 1985. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4 της Εγκυκλοπαίδειας των Οχλήσεων (Encyclopédie des Nuisances).

Ιστορία – Θεωρία   Αναρχία   Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης  


Αναδημοσίευση από τον σύνδεσμο:

https://thebaddayswillend.wordpress.com/2021/02/02/edn_04_abandon/

Εγκυκλοπαίδεια των Οχλήσεων #4

(Αύγουστος 1985)

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

(Φεβρουάριος 2021)

ABANDON

(ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ)

Είναι σίγουρα δυνατό να εξεταστεί ο όρος εγκατάλειψη από πολλές πλευρές. Το γεγονός ότι το λεγόμενο κομμουνιστικό κόμμα εγκαταλείπει επισήμως αυτό που είχε ανέκαθεν καταπολεμήσει, τη δικτατορία του προλεταριάτου, ιδού το θέμα ενός τεύχους που δεν θα παρέλειπε να είναι κωμικό, καθώς βλέπουμε πώς το προλεταριάτο είναι μάλλον αυτό που εγκαταλείπει τους δικτάτορές του. Οι βάτραχοι που εγκαταλείπουν εδώ την ιερή κρήνη για να ξαναβουτήξουν εκεί μέσα της, ιδού τι θα αποτελούσε επίσης ένα καλό θέμα άρθρου για την κατάσταση της θρησκείας στα τέλη του 20ου αιώνα. Οι λιμνούλες που εγκαταλείπουν τον βάτραχο, ιδού τι θα άξιζε μια ακόμα εκτενή και τεκμηριωμένη κριτική, που υπάγεται σίγουρα στη στενά οικολογική πλευρά των οχλήσεων, αλλά που ένας ολόκληρος τόμος δεν θα μπορούσε να την εξαντλήσει· και ούτω καθεξής. Ωστόσο δεν πρόκειται για καμία από αυτές τις πλευρές. Είναι προφανές ότι όλα όσα μπορεί να μας ανησυχούν δεν ευχαριστούν κατ’ ανάγκη το αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά αν και έχει κάποιες ανησυχίες που δεν ανήκουν παρά μόνο σε αυτό, υπάρχουν επίσης κάποιες εγκαταλείψεις που θα το ευχαριστούν πάντα: εκείνη της υποστήριξης στους φυλακισμένους, μεταξύ άλλων.

Στις 2 Ιουλίου 1789, ο μαρκήσιος ντε Σαντ [de Sade], φυλακισμένος τότε στη Βαστίλη, διαπιστώνοντας ότι απαγορεύονταν “οι βόλτες σε όλους τους κρατούμενους” (δηλαδή ο περίπατος) εξαιτίας των “ταραχών στο Παρίσι, που αυξάνονταν κάθε μέρα”, ορκίστηκε να “κάνει τρομερή φασαρία” αν δεν αιρόταν αμέσως αυτή η απαγόρευση. Καθώς ο διοικητής του τόπου, ντε Λωνέ [de Launay, Bernard-René Jourdan], που είχε επίσης “γεμίσει τα κανόνια του”, διατήρησε την απόφασή του, ο μαρκήσιός μας “παίρνει έναν μακρύ σωλήνα από λαμαρίνα, στη μια άκρη του οποίου υπήρχε ένα χωνί που του είχαν φτιάξει για να αδειάζει πιο εύκολα τα νερά του μέσα στην τάφρο”. Με τη βοήθεια αυτού του είδους μεγάφωνου που προσαρμόζει στο παράθυρό του (στον λεγόμενο πύργο της Ελευθερίας) με θέα στην οδό Αγίου Αντωνίου, κραυγάζει, συγκεντρώνει πολύ κόσμο, εξαπολύει βρισιές εναντίον του διοικητή, κραυγάζει ότι θέλουν να τον αποκεφαλίσουν” (Η αποκαλυφθείσα Βαστίλη, ή Συλλογή αυθεντικών εγγράφων για να χρησιμεύσουν στην ιστορία της, Παρίσι, 1789-1790, όπως παρατίθεται από τον Ζιλμπέρ Λελύ [Gilbert Lely]). Ο Σαντ μεταφέρεται στο Σαραντόν [Charenton] “το επόμενο βράδυ, μέσα στη νύχτα”. Δώδεκα μέρες αργότερα, γνωρίζουμε τι θα συμβεί στο “βασιλικό κάστρο της Βαστίλης”.[1]

Δύο αιώνες αργότερα, αφού τόσοι πολλοί άνθρωποι έχουν φυλακιστεί, και τόσες πολλές βαστίλες έχουν συγκλονιστεί, ένα μεγάλο μέρος των κρατουμένων της Γαλλίας στασίασε, κατά τη διάρκεια του Μάη του 1985, στη μια φυλακή μετά την άλλη.[2] Αρνούμενοι να επιστρέψουν στα κελιά τους, από τις στέγες οι φυλακισμένοι κραύγασαν την οργή τους, την αθλιότητά τους και την εξέγερσή τους, έτσι ώστε κανένας να μην αγνοεί πλέον ποιοι είναι, πού είναι, και ποιες συνθήκες υφίστανται. Ήταν λοιπόν σαν “τη σίβυλλα της οποίας η μαινόμενη φωνή, αγέλαστη και αφτιασίδωτη, διασχίζει χιλιάδες χρόνια”.[3] Αλλά, όπως ακριβώς η τηλεόραση που, καθώς δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν είχε δει την πτώση ενός εξ αυτών, προσποιήθηκε ότι δεν είδε τη χειροβομβίδα που ήταν η αιτία της, αυτός ο κόσμος, που δεν μπορούσε πλέον να προσποιείται ότι τους αγνοεί, προσποιήθηκε, όπως συνήθως, ότι ενδιαφέρεται για τον αγώνα τους μόνο και μόνο για να διαστρεβλώσει το νόημά του. Και θα δούμε με ποιον τρόπο.

Εξεγερμένοι κρατούμενοι στη στέγη της φυλακής Bois d’ Arcy (8 Μαΐου 1985)

Υπάρχει λοιπόν ένα μέρος, που θεωρείται ωστόσο το πιο αποτρόπαιο για τον άνθρωπο, όπου η συζήτηση, η συλλογική δράση και η εξέγερση είναι ακόμα δυνατές. Απαλλαγμένοι εκ των πραγμάτων από την εργασία, ως επί το πλείστον, και από τις καθημερινές αγγαρείες της κατανάλωσης και της κυκλοφορίας, απαλλαγμένοι από αυτή την ενοχλητική για κάποιους άλλους ελευθερία να πρέπει να χρησιμοποιούν τον χρόνο τους όπως θέλουν, υποχρεωμένοι να ζουν στριμωγμένοι μαζί με συντρόφους που δεν έχουν επιλέξει, αυτοί οι άνθρωποι διαθέτουν παραδόξως την εξαιρετική δυνατότητα, την οποία ενίοτε αξιοποιούν, να εξετάζουν μαζί την κοινή τους κατάσταση και τις θεραπείες που πρέπει να της επιφέρουν. Οι κάτοικοι των φυλακών, αν και υποφέρουν επίσης επειδή είναι “ο ένας πάνω στον άλλον”, απλούστατα δεν ανέχονται να βρίσκονται στη φυλακή, ιδίως μάλιστα εφόσον δεν αποδέχονται πλέον τις δικαιολογίες που τους παρέχει αυτή η κοινωνία· θυμούνται έτσι ότι μπορούν να είναι ο ένας μαζί με τον άλλον. Πόσο πιο ανθρώπινο θα ήταν να βρίσκεται ο καθένας μόνος μέσα στο κελί του! Και πιο εύκολο για τη διοίκηση των φυλακών να απομονώνει, να επιτηρεί, να βασανίζει τους κρατούμενους της επιλογής της! Δυστυχώς για τους ψυχρούς ανθρωπιστές μας, δεν απολαμβάνει κανείς την απομόνωση όταν, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δεν έχει τίποτα άλλο εκτός από το πλήθος! Αυτό το πλήθος που ενοχλεί τόσο πολύ τον Ζιλ Μιλέ [Gilles Millet], στην Libération της 7ης Μαΐου 1985, όπου παροτρύνει το Κράτος να “εφαρμόσει σε μεγαλύτερο βαθμό μια πιο σύγχρονη σκέψη που θα ήταν να πληρώνει περισσότερα για τις φυλακές και να βάζει εκεί όσο το δυνατόν λιγότερους ανθρώπους και για το ελάχιστο δυνατό χρονικό διάστημα. Δηλαδή να περιορίσει ολοένα περισσότερο, ή ακόμα και να καταργήσει, την προφυλάκιση και να υποχρεώσει τους δικαστές να καταδικάζουν με μικρότερη δριμύτητα. Ένα μικρότερο κακό με τη μορφή ονείρου”. Όσοι επιδίδονται στη συναναστροφή με την εξουσία ώστε αυτή να βελτιωθεί και να θεσπίσει ορισμένα κοινωνικά μέτρα που θα δικαιολογούσαν με τη σειρά τους αυτή τη συναναστροφή πράγματι ονειρεύονται. Στο μεταξύ, μπορούν να την νομιμοποιούν πολύ κοινότοπα χάρη στη σημερινή απουσία οποιουδήποτε κοινωνικού κινήματος που θα υποστήριζε όσους ξεσηκώνονται ενάντια στη βαρβαρότητα αυτής της εποχής και αυτής της εξουσίας· έτσι, στην περίπτωση για την οποία μιλάμε, θεμελιώνουν στην απομόνωση των εξεγερμένων κρατουμένων τις άθλιες κοινωνιολογικές αναλύσεις τους, τις οποίες θα εκμηδένιζε άμεσα ένα πρακτικό κίνημα αλληλεγγύης. Αλλά αυτή η απομόνωση είναι πραγματική, και οι φυλακισμένοι στη Γαλλία το 1985, σε αντίθεση με τον μαρκήσιο ντε Σαντ, έχουν πράγματι εγκαταλειφθεί από όλους, καθώς έχει εξαφανιστεί προς στιγμήν η προοπτική μιας γενικευμένης απελευθέρωσης της κοινωνίας. Σε αυτή την εγκατάλειψη που μας έχει επιβληθεί, το ζήτημα είναι να αντισταθούμε, ιδίως καταγγέλλοντας όσα συμβάλλουν στη δικαιολόγησή της. Όπως στην Πολωνία, όπου οι κάτοικοι του Μπίντγκοστς [Bydgodszcz], τον Σεπτέμβριο του 1981, με την ευκαιρία του εθνικού συνεδρίου της οργάνωσής τους, που τόσο δίκαια ονομαζόταν Αλληλεγγύη, απελευθέρωσαν 150 κρατούμενους από την τοπική φυλακή, και όπου η παράνομη υπηρεσία πληροφόρησης της Αλληλεγγύης στην ίδια πόλη διακήρυττε τον Νοέμβριο του 1984: “Η αναισθησία αρχίζει να κυριαρχεί στις τάξεις του συνδικάτου Αλληλεγγύη. Η καταστολή θεωρείται σαν κάτι φυσιολογικό. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την τύχη των κρατουμένων. Κι όμως γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν είναι η σκλαβιά αυτή που υποδουλώνει, αλλά η συνήθεια στη σκλαβιά.” (Παρατίθεται στην μπροσούρα Αλληλεγγύη με τους αποκλεισμένους από την αμνηστία στην Πολωνία, Παρίσι, 1985.) Ας εξετάσουμε λοιπόν την καθημερινή γαλλική εφημερίδα που έχει συνηθίσει τόσο κραυγαλέα και τόσο γρήγορα στη σύγχρονη σκλαβιά, σύμφωνα με τις ανακατατάξεις του διευθυντή της.

Η εφημερίδα Libération[4], λαϊκίστικη τότε με τα χρώματα της κινέζικης γραφειοκρατίας, δημοσίευε το 1973 στην “αλληλογραφία” της τις πολυάριθμες κραυγές μίσους και εξέγερσης που προκαλούσε η σχεδόν αδιανόητη διατήρηση της παλιάς ταξικής κοινωνίας. Όσα οι αφελείς επιστολογράφοι της καταλόγιζαν σε αυτή την κοινωνία ως άμεσα μη ανεκτά, επιδιώκοντας να συγκεντρώσουν τις ιδέες τους και τις δυνάμεις τους για να οργανώσουν τη γενικευμένη ανατροπή της, της τα καταλόγιζαν ως ένα σύνολο αρχαϊσμών που έπρεπε να εξαλειφθούν από έναν πολιτικό εκσυγχρονισμό σε σχέση με τον οποίο ήταν απαραίτητο να διατηρηθεί η μεγαλύτερη σύγχυση. Σήμερα, οι άθλιοι γογγυσμοί ή οι ξέφρενες απομιμήσεις που γεμίζουν τη σελίδα αλληλογραφίας της ίδιας εφημερίδας, η οποία έχει βρει τον εκσυγχρονισμό της στα καινούρια ρούχα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι οι κραυγές της υποταγής, τόσο στην αυτοκαταστροφική όσο και στην αυτάρεσκη τάση της. Και ενώ εξακολουθεί να δίνει τον λόγο στα θύματα της παλιάς αστυνομικής καταστολής προκειμένου να τροφοδοτεί τη ρεφορμιστική κοινωνιολογία που απευθύνεται στους νέους αναγνώστες της, η Libération διεξάγει την ίδια στιγμή, διεξοδικά και επί της ουσίας, μια μαζική προπαγάνδα υπέρ του τρόπου ζωής και της αντίληψης του ατόμου που επιβάλλονται αποκλειστικά από τις ανάγκες της οικονομίας· και εγκωμιάζει μια αδιάσειστη σχιζοφρένεια, που στηρίζεται ταυτόχρονα στην πρόσχαρη εγκατάλειψη κάθε ορθολογικότητας ως προς τις κρίσεις και τις συμπεριφορές, και στην ανεπιφύλακτη συστράτευση με τον νοσηρό ορθολογισμό που εκφράζει και εξυπηρετεί ο σύγχρονος τεχνικός εξοπλισμός, από τα πυρηνικά εργοστάσια μέχρι το Μινιτέλ [Minitel], όπως και με τον πιο αποκρουστικό πατριωτισμό.

Ο Γκουστάβ Λεφρανσέ ανέφερε στις Αναμνήσεις ενός επαναστάτη[5] ότι το 1853, πέντε χρόνια μετά την επανάσταση του 1848, ο Ντιντερό [Diderot, Denis] και όλοι οι υλιστές του προηγούμενου αιώνα αποκαλούνταν πλέον υποτιμητικά “περούκες” από τους ίδιους ανθρώπους που είχαν ισχυριστεί ότι υπερασπίζονταν αυτή την επανάσταση –σοσιαλιστές ήδη– και που έφταναν να θεωρούν “γκρινιάρηδες” – “πικρόχολους”, θα έλεγε κανείς σήμερα– όσους δεν την ξεχνούσαν και χλεύαζαν την ξαφνική μεταστροφή τους προς τον ναπολεόντειο εκσυγχρονισμό.[6] Όταν σήμερα παραδέχονται την ανικανότητά τους (“Οι αξιέπαινες –και μάλιστα απαραίτητες– προσαρμογές που έγιναν από το 1981 στις συνθήκες των σωφρονιστικών καταστημάτων βρήκαν ένα προφανές όριο αυτό το σαββατοκύριακο. Ανοιχτές αίθουσες επισκεπτηρίου, τηλέφωνο, διάφορες νομικές διασφαλίσεις μπόρεσαν για κάποιο διάστημα να χρησιμεύσουν ως αντίδοτο στη δυσφορία των φυλακών, αλλά δεν μπορούσαν μακροπρόθεσμα να καταφέρουν να περιορίσουν την αντικειμενική υποβάθμιση των συνθηκών κράτησης” – Ζεράρ Ντυπουί [Gérard Dupuy], Libération, 8 Μαΐου 1985), πώς να μη γελάσει κανείς με αυτούς που προτείνουν να εξανθρωπίσουν ή ακόμα και να “εμπνεύσουν” μια κοινωνική οργάνωση ολοένα πιο εμφανώς παράλογη και απάνθρωπη, όπως γελάνε εκείνοι οι 73 κρατούμενοι της Φλερύ-Μεροζί που, στην Έκκλησή τους τον Απρίλιο του 1985, επικαλούνταν ως αρωγό τους τον Βολταίρο εναντίον των “ανθρωπιστών” στην εξουσία;

Ας σημειώσουμε τέλος ότι αυτή η άθλια Libération, της οποίας όλη η σκέψη καταφέρνει κάθε μέρα να συνοψίζεται σε έναν εντυπωσιακό πηχυαίο τίτλο που μιμείται τα κολάζ της ποπ αρτ, τιτλοφορούταν μετά τη δεύτερη μέρα ταραχών στη Φλερύ-Μεροζί: “Οι εξεγερμένοι του βάλιουμ”. Αυτή η απολογήτρια όλων των σύγχρονων οχλήσεων σπεύδει, ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού υποβάλλεται σε βάλιουμ και σε άλλα κατασταλτικά φάρμακα, να αναγάγει σε “μια συλλογική λαχτάρα για νευροληπτικά” (Libération, 7 Μαΐου 1985) και στα αποτελέσματα της στέρησης την οργή και την ανταρσία εναντίον της φυλάκισης. Όταν οποιαδήποτε διαφυγή προς τα έξω είναι αδύνατη, ή όταν η ελευθερία δεν έρχεται από έξω, όλες οι εξεγέρσεις του κόσμου επιτίθενται σε ό,τι πέφτει στα χέρια τους: βιβλιοθήκες, φαρμακεία ή δεσμοφύλακες. Το ίδιο θα συνέβαινε αν είχαν βρει γεμάτα βαρέλια· όταν η ελευθερία φαίνεται να είναι τόσο μακριά, δεν διστάζει κανείς να συναναστραφεί με τον θάνατο, και όπως έλεγε ένα αγγλικό ρητό του 19ου αιώνα: “Το τζιν είναι ο πιο σύντομος δρόμος για να φύγει κανείς από το Μάντσεστερ.” Τα πρεζόνια του κατεστημένου μοντερνισμού στη Libération δείχνουν σήμερα ότι είναι οι κυνικοί υπέρμαχοι ενός αδύνατου ρεφορμισμού, που τρέφουν τα ανίσχυρα όνειρα της σύγχρονης δυσαρέσκειας, και υποστηρίζουν στην πραγματικότητα την αναδιάρθρωση που διεξάγεται στη Γαλλία από τους μιτερανιστές. Με τον τρόπο της, αυτή η εφημερίδα της αποσύνθεσης ενός κόσμου, που είναι τόσο πρόθυμη να αποσυνθέσει για τους αναγνώστες της οτιδήποτε αντιστέκεται σε αυτή, συμμετέχει, μαζί με το σύνολο του τύπου, στη μετατροπή της κοινής γνώμης στη χειρότερη από όλες τις γνώμες. Αλλά αυτό που καθιστά την ποταπότητά της εντελώς ξεχωριστή είναι ότι, ενώ γεννήθηκε από την εξάπλωση των επιπτώσεων ενός επαναστατικού κινήματος στην κοινωνία, ευδοκιμεί σήμερα χάρη στις επιπτώσεις της εξαφάνισής του.

Σημειώσεις της μετάφρασης

[1] Στις 14 Ιουλίου 1789 ένα πλήθος εξεγερμένων διαδηλωτών κατέλαβε και πυρπόλησε τη φυλακή της Βαστίλης, σηματοδοτώντας την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης.

[2] Στις 5 Μαΐου 1985 ξέσπασε στη φυλακή Φλερύ-Μεροζί [Fleury-Mérogis] της Γαλλίας εξέγερση των κρατουμένων, η οποία εξαπλώθηκε τις επόμενες μέρες σε πολλές άλλες φυλακές της χώρας. Οι εξεγερμένοι κρατούμενοι ανέβηκαν στις στέγες, έβαλαν φωτιές και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές στις εγκαταστάσεις των φυλακών. Στις 9 Μαΐου, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων μεταξύ των εξεγερμένων της φυλακής Φρεν [Fresnes] και των αστυνομικών δυνάμεων καταστολής (CRS) που έκαναν μαζική χρήση δακρυγόνων χειροβομβίδων, ένας κρατούμενος σκοτώθηκε πέφτοντας από τη στέγη της φυλακής.

[3]Σίβυλλα δὲ μαινομένῳ στόματι ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῇ φωνῇ διὰ τὸν θεόν” (Ηράκλειτος).

[4] Η Libération ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1973, στον απόηχο του κινήματος του Μάη του ’68, με τη συμμετοχή του Ζαν-Πωλ Σαρτρ και μελών της μαοϊκής οργάνωσης Προλεταριακή Αριστερά (Gauche Prolétarienne – GP) που σχηματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1968 και αυτοδιαλύθηκε τον Νοέμβριο του 1973. Διευθυντής της εφημερίδας από το 1974 έως το 2006 ήταν ο Σερζ Ζυλί [Serge July], ιδρυτικό μέλος της GP. Ο Ζιλ Μιλέ δημοσίευσε το 1973 στην Libération μια σειρά άρθρων για τους αγώνες των κρατουμένων στη Γαλλία, με δεδομένη μάλιστα την αστυνομική καταστολή και τις φυλακίσεις πολλών μελών της GP από το γαλλικό κράτος. Μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ο Ζυλί και η Libération εγκατέλειψαν την επαναστατική ρητορική τους και προσχώρησαν ταχύτατα στις θέσεις της μιτερανικής σοσιαλδημοκρατίας, που ανήλθε τελικά στην εξουσία το 1981.

[5] Gustave Lefrançais (1902). Αναμνήσεις ενός επαναστάτη. Από τον Ιούνιο του 1848 στην Κομμούνα [Souvenirs d’un révolutionnaire. De juin 1848 à la Commune].

[6] Τον Δεκέμβριο του 1852, ο Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης διέλυσε την εκλεγμένη Εθνοσυνέλευση της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας που είχε δημιουργηθεί μετά την επανάσταση του 1848 και εγκαθίδρυσε τη Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία, που επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι το 1870.

   

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *