Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ

Ρεπορτάζ

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ Για μια αυτόνομη ταξική θεωρία και πρακτική, μέρος δεύτερο

Ιστορία – Θεωρία   Αναρχία   Οικονομία  


Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΗΣ

Για μια αυτόνομη ταξική θεωρία και πρακτική, δεύτερο μέρος

Τον παρόν κείμενο το αφιερώνουμε στη μνήμη του συντρόφου Κώστα Σταμάτη

“Πολεμάμε ενάντια σε ένα αόρατο εχθρό”

Κυριάκος Μητσοτάκης, Πρωθυπουργός

“Μπορείτε να φανταστείτε αν είχαμε επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο, (από την Ε.Ε) ποια θα ήταν η μοίρα μας σε ένα κόσμο όπου το διεθνές δίκαιο μπαίνει στην άκρη, η ισχύς και οι επιχειρηματικού χαρακτήρα συναλλαγές καθορίζουν την εξωτερική πολιτική των κρατών, όπου οι συμμαχίες αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη; Και μάλιστα, τη στιγμή που η Τουρκία αντιμετωπίζοντας μεγάλα εσωτερικά προβλήματα απομακρύνεται από τη Δύση και προσπαθεί με στρατιωτικά μέσα να επιβληθεί στην ευρύτερη περιοχή μας;

”Γιώργος Παπανδρέου, Πρ. Πρωθυπουργός, πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς.

Αν δεν συνυπολογιστούν επίσης τα ερείπια που αφήνει πίσω της ακόμη και μέσα στο ίδιο της το πεδίο, η παρούσα κρίση του κορωνοϊού είναι από πολλές απόψεις ένα “μάνα εξ ουρανού” για την διευθύνουσα τάξη. Όχι μονάχα γιατί αποτελεί μια ευκαιρία για να ξεκινήσει μια τεράστια τεχνολογική επανάσταση που θα μπορούσε να μας αποστερήσει από όλα αυτά τα πράγματα που μας κάνουν να είμαστε ακόμη άνθρωποι, αλλά επίσης διότι επιτρέπει να αποδοθεί σε ένα σκιάχτρο- ένα ιό που ξεπήδησε μέσα από τον μεγάλο εχθρό του καπιταλισμού, την ίδια τη φύση-μια οικονομική κρίση που εκκολάπτονταν ήδη αρκετό καιρό πριν και που βάζει ένα τέλος, με τραυματικό τρόπο, σε εκείνη τη νεοφιλελεύθερη φάση της οικονομίας που εκλαϊκευμένα αποκαλείται “παγκοσμιοποίηση”.

Από την εποχή της κρίσης του 2008, περί της στενά οικονομικής φύσης της οποίας κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει, τίποτα απολύτως δεν έχει πραγματικά αλλάξει μέσα στον τρόπο που τα αφεντικά των διεθνών χρηματιστηριακών αγορών κάνουν λεφτά. Οι “διασώσεις” των τραπεζών, που την εποχή εκείνη γίνονταν ακόμη αντιληπτές σαν παραβίαση των ιερών κανόνων του νεοφιλελευθερισμού, αλλά που όμως τις επικαλούνταν και τις εισέπρατταν αδρά εκείνοι οι ίδιοι απατεώνες, δεν έκαναν και δεν κάνουν τίποτε παραπάνω παρά να συνεχίζουν να τροφοδοτούν και να φουσκώνουν μια παγκόσμια οικονομία της οποίας η βασική δραστηριότητα ήταν και εξακολουθεί να είναι η καθαρή σπέκουλα.

Αυτή τη στιγμή, μπροστά από τη μαζική τροφοδοσία του συστήματος με ρευστό χρήμα, τυπωμένο στην κυριολεξία πάνω σε ένα βουνό δημοσίου χρέους, ένα φάντασμα πλανάται μεταξύ των διαφόρων εθνικών “αστικών τάξεων” και των στηλών των εφημερίδων τους: “Η οικονομία του πολέμου”. Πρόκειται για μια επιπλέον έκφανση της πολεμικής γλώσσας, απολύτως αρμονικής με όλες τις υπόλοιπες, μέσα σε ένα κόσμο που όπως άλλωστε διαπιστώνουμε καθημερινά τα πάντα πλέον μιλούν τη γλώσσα του πολέμου.

Είμαστε όμως της γνώμης ότι αυτή ακριβώς η έκφραση μπορεί να λάβει διαφορετικές εκφάνσεις ανάλογα από ποιόν εκφράζεται, πότε, πως και απέναντι σε ποιόν. Ο στόχος αυτού του κειμένου είναι να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι θα είναι πραγματικά μια οικονομία του πολέμου, ούτως ώστε να μην την συγχέουμε με το προπαγανδιστικό της αντίγραφο.

Για τα αφεντικά, “η οικονομία του πολέμου” έχει βασικά δύο έννοιες οι οποίες με τη σειρά τους διασυνδέονται. Η πρώτη είναι ότι κάτι αυτή τη στιγμή αλλάζει και ότι πρέπει να αλλάξει, στο τρόπο που υλοποιούνται τα κέρδη. Η δεύτερη είναι ότι πάνω στα κέρδη εξαπλώνεται τώρα η σκιά του κράτους, ότι δηλαδή το κράτος “επιστρέφει”. Για όλους εμάς φυσικά που είμαστε απλά πνεύματα και πού κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων δεν αισθανθήκαμε πραγματικά ποτέ ότι το κράτος εξαφανίστηκε, αλλά που αντίθετα το αισθανθήκαμε ολοένα περισσότερο έντονα πάνω από το κεφάλι μας να μας απειλεί συνεχώς, αυτή η δήλωση ηχεί ήδη παράξενα.“Έφυγε άραγε ποτέ το κράτος;”. Ας αρχίσουμε από εδώ.

Ο καπιταλισμός των δύο ορόφων

Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1994 και κατόπι με ορισμένες προσθέσεις το 2009, λίγο πριν το θάνατο του συγγραφέα, “Ο μακρύς εικοστός αιώνας” του Τζοβάνι Αρρίγκι μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ κράτους και ιδιωτικής επιχείρησης μέσα στο καπιταλισμό. Λαμβάνοντας υπόψη του τις έρευνες του ιστορικού Φερνάν Μπροντέλ, ο Αρρίγκι μας δείχνει ποιες ήταν οι λογικές της συμμαχίας μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και του οικονομικού πλούτου κατά τη διάρκεια των τελευταίων πεντακοσίων χρόνων της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο. Το κλειδί αυτής της σχέσης είναι η ύπαρξη, κατά τους σύγχρονους καιρούς, μιας πολυμορφίας κρατών σε σύγκρουση μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία και κατά συνέπεια που διέπονταν από τη δομική αναγκαιότητα της τροφοδοσίας σταθερών στρατών και ολοένα περισσότερο ικανών γραφειοκρατιών, όπως και “κινητού κεφαλαίου”, δηλαδή ρευστού χρήματος.

Σε όποιον πιστεύει ότι το δημόσιο χρέος είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο που παρέδωσε τους ιερούς θεσμούς του κράτους στα χέρια των άπληστων τραπεζιτών, χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι τα κράτη άρχισαν να χρεώνονται ήδη από τον πρώϊμο μεσαίωνα. Σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ, “στην αρχαιότητα η πολιτική ελευθερία εξαφανίστηκε προς όφελος μιας παγκόσμιας οργανωμένης γραφειοκρατικά αυτοκρατορίας, στο εσωτερικό της οποίας δεν υπήρχε πλέον θέση για ένα πολιτικό καπιταλισμό[…] Στη σύγχρονη εποχή οι πόλεις έπεσαν υπό τη κυριαρχία των εθνικών κρατών που βρίσκονταν μεταξύ τους σε ανταγωνισμό και σε διαρκή σύγκρουση για την εξουσία. […] Αυτή η ανταγωνιστική σύγκρουση καθόρισε τις μέγιστες ευκαιρίες για τον σύγχρονο δυτικό καπιταλισμό. Το κάθε κράτος έπρεπε να αγωνιστεί για λογαριασμό του κεφαλαίου, που μπορούσε να μετακινηθεί ελεύθερα και που του έθετε τους όρους κάτω από τους οποίους ήταν διαθέσιμο να του παράσχει την αναγκαία βοήθεια έτσι ώστε το κεφάλαιο να αναδειχθεί σε μια δύναμη” (Οικονομία και κοινωνία, τόμος δεύτερος). Μέσα στον προσδιορισμό ενός ιστορικού (Φρέντερικ Λαίην) η Αυτοκρατορία είναι μια μηχανή για τη συλλογή των φόρων που “σημαίνει πληρωμή για προστασία, αλλά όμως πληρωμή υπερβολική σε σχέση με τα κόστη παραγωγής της προστασίας”. Η ιδιοκτήτρια τάξη της αυτοκρατορίας παραχωρούσε στην κρατική ελίτ ένα σημαντικό μέρος των κερδών της για να μπορέσει να εξασφαλίσει τη συνέχεια και την ίδια της την αναπαραγωγή.

Μέσα σε αυτό το σύστημα, το κράτος βρίσκονταν πάντα σε πλεονεκτική θέση αναφορικά με την ιδιωτική πρωτοβουλία! Η κρατική διευθύνουσα ελίτ ήταν στη κορυφή της διευθύνουσας οικονομικής τάξης! Με τη σειρά της η αύξηση του πλούτου προχωρούσε παράλληλα με την εδαφική επέκταση. Κατά τη διάρκεια του ύστερου μεσαίωνα η μοναρχική και φεουδαρχική εξουσία αναζητούσε χρηματοδότηση όπως η αρχαία ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δηλαδή διαμέσου των φόρων, χωρίς όμως να το επιτύχει. Ενώ η αυτοκρατορία, από μια οικονομική άποψη, είναι ένα “κλειστό” σύστημα, μέσα στο οποίο η εκμετάλλευση και οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται εξολοκλήρου στο εσωτερικό των συνόρων της, το σύγχρονο κράτος αντίθετα έχει “γείτονες”. Πως να καταστεί εφικτό κατά συνέπεια, να ελεγχθεί μια “ρευστή” δύναμη όπως το χρήμα, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετακινηθεί από το ένα κράτος μέσα στο άλλο;

Κατά τη σύγχρονη εποχή, το κράτος και η ιδιωτική επιχείρηση δίνουν ζωή σε μια διαλεκτική σχέση. Ο καπιταλιστής έχει ανάγκη το κράτος, πρώτα από όλα διότι έχει ανάγκη από την προστασία του, και κατόπι, με την πάροδο των χρόνων, έχει ανάγκη ένα νομικό σύστημα που εγγυάται το νόμισμα καθώς και τα δίκτυα των ανταλλαγών που επεκτείνονται συνεχώς. Από τη πλευρά του αντίστοιχα, το κράτος έχει ανάγκη τον καπιταλιστή διότι “πεινάει” συνεχώς για χρήμα. Τα κράτη βρίσκονται συνεπώς μεταξύ τους σε έναν αέναο ανταγωνισμό για το “κινούμενο κεφάλαιο”. Μέσα στο παγκόσμιο αγώνα για την πρωτοκαθεδρία νικά όποιος μπορεί να προσφέρει τις περισσότερο συμφέρουσες συνθήκες! Όχι σε όρους καθαρού άμεσου κέρδους, αλλά κυρίως σε όρους συστημικών συνθηκών: δυνατότητες επέκτασης των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, βρίσκοντας προς λεηλασία καινούριες πλουτοπαραγωγικές πηγές, εργατικό δυναμικό για εκμετάλλευση και εμπορικές διεξόδους.

Είναι περισσότερο από προφανές ότι κανονικά όλα αυτά σήμαιναν κατά το παρελθόν και εξακολουθούν να σημαίνουν και σήμερα πόλεμο και αποικιοκρατία. Όμως το σύμπλεγμα κράτος-κεφάλαιο μπορεί επίσης να απευθυνθεί στο “εσωτερικό” του, διευρύνοντας την απαλλοτρίωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, την εκμετάλλευση και την ανταλλαγή των εμπορευμάτων στο εσωτερικό εδαφών που βρίσκονται υπό την δική του εδαφική κυριαρχία. Πρόκειται για αυτές τις διαδικασίες που ο Αρρίγκι και ο Μπροντέλ αποκαλούν “συστημικούς κύκλους συσσώρευσης”. Από την αποικιοποίηση της “Αμερικανικής” ηπείρου, πραγματοποιημένης από τη συμμαχία μεταξύ του γενοβέζικου εμπορικού κεφαλαίου και της αυτοκρατορικής Ισπανίας, μέχρι τη σημερινή ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών χάρη στους “θεσμούς του Μπρέττον Γούντς” (τον Ο.Η.Ε., αλλά κυρίως το Δ.Ν.Τ. και τη παγκόσμια τράπεζα), κάθε κύκλος συσσώρευσης είχε μέχρι τώρα σαν αποτέλεσμα είτε μια μεγαλύτερη επέκταση των διεθνών δικτύων, είτε μια μεγαλύτερη συγχώνευση μεταξύ των κρατικών θεσμών και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο πρώτος κύκλος της συσσώρευσης, δηλαδή ο Ισπανικός-Γενοβέζικος, στηρίχθηκε σε μια αυτοκρατορική δύναμη η οποία χρηματοδοτήθηκε από ένα εξολοκλήρου εξωτερικό χρηματιστικό δίκτυο. Ο δεύτερος, δηλαδή ο Ολλανδικός, κατόρθωνε να οργανώσει ένα σύστημα κρατών καθώς και ένα διακρατικό εμπορικό δίκτυο με την περίφημη συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648. Ο τρίτος, δηλαδή ο Αγγλικός, θεμελίωνε την πρώτη πραγματική κρατική κεντρική τράπεζα. Ο τέταρτος τέλος, δηλαδή αυτός των Η.Π.Α., κατόρθωσε για πρώτη φορά στην ιστορία να εξοπλισθεί με διεθνείς θεσμούς.

Με μια ωραία εικόνα, ο Μπροντέλ μας προσκαλεί να κοιτάξουμε τον καπιταλισμό σαν ένα διώροφο κτίσμα: αν στον κάτω όροφο βρίσκεται ο καπιταλιστής που αγοράζει τα μηχανήματα και την εργατική δύναμη, στον επάνω συναντούμε ακόμη τον καπιταλιστή, με τα ρούχα του χρηματιστή, ενώ συναντά τον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας. Αν οι επενδύσεις γίνονται στον κάτω όροφο, είναι στον επάνω όροφο που σχεδιάζονται. Ταυτόχρονα, καθεμιά από αυτές τις συμμαχίες κατέληξε πάντοτε να συγκρουσθεί με το δομικό της όριο. Γεννημένη από τη συνάντηση δύο απαιτήσεων και δύο διαφορετικών και ξεχωριστών λογικών (την τάση της αύξησης ή της υλικής ενδυνάμωσης του κράτους καθαυτού, την τάση της απεριόριστης εξαγωγής των κερδών του κεφαλαίου), κάθε συμμαχία διαρκεί μέχρις ότου όλοι οι συμμετέχοντες εξυπηρετούν το συμφέρον τους. Όταν το συμφέρον εκλείπει δεν τερματίζεται κάθε συμμαχία, αλλά φτιάχνονται καινούριες.

Αυξανόμενη η ακτίνα των ανταλλαγών και των επενδύσεων, κάθε επεκτατικός κύκλος βλέπει επίσης την αύξηση του όγκου των ανταγωνιστών! Η αύξηση του ανταγωνισμού έχει σαν αποτέλεσμα ότι το στημένο δίκτυο από πλευράς των ηγεμονικών θεσμών τείνει μακροπρόθεσμα να κοστίζει περισσότερο από ότι αποφέρει. Ο καπιταλιστικός πόλος της συμμαχίας κατά συνέπεια κατέληξε ανέκαθεν να αποδεσμεύεται, εγκαταλείποντας την υλική επέκταση (στις υποδομές και την παραγωγή) προς όφελος της χρηματιστικής διαμεσολάβησης. Όμως, ακριβώς εκείνη τη χρονική στιγμή το παραγμένο στον προηγούμενο κύκλο επέκτασης κεφάλαιο είναι πλέον έτοιμο για τον επόμενο κύκλο. Απλοποιώντας το λιγάκι, είναι δυνατό να ειπωθεί ότι θα καταλήξει στα χέρια εκείνου του κράτους που θα γνωρίζει να στρώσει τις καλύτερες συνθήκες για να το αρπάξει, με μια καινούρια συμφωνία “κυρίων” που θα συναφθεί στον επάνω όροφο.

Τι μας λέει λοιπόν αυτή η ανάλυση; Πρώτο, ότι η χρηματιστηριοποίηση του καπιταλισμού δεν είναι σε καμιά περίπτωση ένα τερατώδες φαινόμενο του τελευταίου αιώνα, όταν η ιδιωτική πρωτοβουλία θα είχε πάρει οριστικά το επάνω χέρι πάνω στο κράτος, οδηγώντας μας έτσι στη καταστροφή. Πρόκειται αντίθετα για μια δομική και κυκλική διαδικασία η οποία έχει ήδη επιβεβαιωθεί πολλές φορές μέσα στην ιστορία. Δεύτερο, ότι ο ιδανικός καπιταλισμός, αυτός που λειτουργεί καλύτερα, δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο καπιταλισμός “χωρίς κράτος”, αλλά αυτός μέσα στον οποίο το κράτος και η ιδιωτική επιχείρηση κατορθώνουν να συγχωνευθούν με τον περισσότερο οργανικό τρόπο. Τρίτο, ότι κάθε πραγματοποιημένη μέχρι σήμερα συμμαχία υπήρξε περισσότερο οργανική από την προηγούμενη. Όμως επειδή η τελειότητα δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για τον καπιταλισμό, δεδομένου ότι αυτός θεμελιώνεται επάνω σε μια εξολοκλήρου ασύμμετρη συμμαχία, δυναμική μονάχα στο βαθμό που είναι ανισόρροπη. Είναι απόλυτα φυσιολογικό κατά συνέπεια το γεγονός ότι αργά ή γρήγορα κάθε συμμαχία διαρρηγνύεται. Όμως η συμμαχία που θα ακολουθήσει θα είναι πιο ευρεία και πιο στενή από την προηγούμενη. Τα πάντα επαναλαμβάνονται, όμως επαναλαμβανόμενα οδηγούν σε κάτι το καινούριο. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε λοιπόν σε πιο ακριβώς σημείο του κύκλου βρισκόμαστε και ποιο ακριβώς είναι το “καινούριο” που καταφθάνει. Ακριβώς για αυτό το λόγο όμως χρειάζεται να κάνουμε ένα βήμα πίσω.

Ο “αμερικάνικος αιώνας”

Όπως είναι γνωστό, η παρούσα φάση της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης ξεκίνησε πάνω-κάτω στις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα, με το κύμα των αποκαλούμενων “άγριων ιδιωτικοποιήσεων” που ξεκίνησαν ο Ρήγκαν στις Η.Π.Α. και η Θάτσερ στο Η.Β. Όμως είναι και πολλοί που προσδιορίζουν “την αρχή της αρχής” στο 1973, πρώτη χρονιά της πετρελαϊκής κρίσης και της κατάργησης της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό (πέρα από το πραξικόπημα στη Χιλή). Για ποιο λόγο όμως όλα θα ξεκινούσαν από εκεί;

Ας κάνουμε λοιπόν ένα βήμα πίσω. “Η αρχή της αρχής” της ηγεμονίας των Η.Π.Α. τοποθετείται την περίοδο μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, όταν οι Η.Π.Α. πραγματοποιούν την “πρωτογενή συσσώρευσή” τους πουλώντας όπλα στους συμμάχους, πρώτα εναντίον των κεντρικών Αυτοκρατοριών και κατόπι εναντίον του Άξονα. Αλλά η αυθεντική τους πρωτοκαθεδρία αναδεικνύεται μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, με τη βοήθεια για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης διαμέσου του σχεδίου Μάρσαλ.

Το γεγονός ότι η αμερικάνικη ηγεμονία εγκαινιάσθηκε με ένα οικονομικό σχέδιο, διαχειρίσιμο από πλευράς οικονομικών θεσμών (Δ.Ν.Τ. και Παγκόσμια τράπεζα, που αρχικά δεν ήταν παρά “προεκτάσεις” της ίδιας της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας (Federal Reserve), δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεγελά αναφορικά με την ουσιαστική πολιτική του φύση. Αν η νέα τάξη του Μπρέττον Γούντς (έτσι ονομάζεται από την ομώνυμη τοποθεσία του Νιού Χαμσάϊρ στην οποία τον Ιούλιο του 1944 συγκαλέσθηκε η πρώτη συνάντηση του Ο.Η.Ε. που έθεσε τις βάσεις) τοποθετούσε σε πρώτη κλίμακα τα κέρδη του αμερικάνικου κεφαλαίου, ταυτόχρονα αποσκοπούσε επίσης να εξουδετερώσει άμεσα εκείνη την απειλή που ακόμη τον περασμένο αιώνα έκανε να τρέμουν τα αφεντικά όλου του κόσμου: το φάντασμα του κομουνισμού, το οποίο ενσαρκώνονταν, στα μάτια δισεκατομμυρίων προλετάριων, από τη Σοβιετική Ένωση.

Το ίδιο το γεγονός ότι “κομουνισμός” αποκαλούνταν ένα γραφειοκρατικό καθεστώς που εκμεταλλεύονταν εκατομμύρια εργαζόμενους προς όφελος της βαριάς βιομηχανίας, ένα καθεστώς που δεν διέθετε πραγματικά απολύτως τίποτε το κομουνιστικό (εκτός φυσικά από την ιδεολογία), δεν αλλάζει επίσης τίποτα από αυτή την άποψη. Αυτό το οποίο πραγματικά μετρούσε πάνω στις σχέσεις δύναμης με τα αφεντικά ήταν η ύπαρξη του ταξικού αγώνα και η ίδια η δυνατότητα της επανάστασης. Αν ο μύθος της “πατρίδας των εργαζομένων” υπήρξε χειρότερος από αποπροσανατολιστικός, παράγοντας ένα σύντομο αιώνα τραγικών λαθών και ασυγχώρητων φρικαλεοτήτων, υπόσχονταν επίσης σε εκείνον ακριβώς τον αγώνα να κατακτήσει το δικό του μέλλον. Για το διεθνές κεφάλαιο με ατμομηχανή τις Η.Π.Α. , η νέα τάξη του Μπρέττον Γούντς απαντούσε πρώτα από όλα σε μια αναγκαιότητα: να δείξουν ότι ο καπιταλισμός ήταν καλύτερος από την “Αυτοκρατορία του κακού”, ότι το κεφάλαιο και η εργασία μπορούσαν να συμπορευθούν μεταξύ τους. Όχι δηλαδή “κεφάλαιο ή ευμάρεια”, αλλά “κεφάλαιο και ευμάρεια”. Υπό τη προϋπόθεση φυσικά ότι οι εκμεταλλευόμενοι δεν θα εξεγείρονταν.

Η σοσιαλδημοκρατία ήταν πράγματι όλα τα λεφτά εκείνης της χρονικής περιόδου που ξεκινά από το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου και φτάνει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα (“τα τριάντα ένδοξα χρόνια” ή τα “golden thirty” σύμφωνα με ένα μεγάλος μέρος της σύγχρονης κοινωνιολογίας): “δικαιώματα και κοινωνικές παροχές” από τη μια πλευρά στη μητρόπολη, θηριώδης καταστολή και αιματηρά πραξικοπήματα στις αποικίες από την άλλη. Μια χλωμή έκδοση του όνειρου του Κέϋνς και του Ρούσβελτ για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης που θα πάντρευε τις κοινωνικές παροχές με την ελεύθερη αγορά, η νέα τάξη του Μπρέττον Γούντς δεν θα μπορούσε πράγματι να είχε βρει καλύτερες συνθήκες για να υλοποιηθεί: μια Ευρώπη και μια Ασία κατεστραμμένες από τον πόλεμο, μια Αφρική που κατορθώνει να απελευθερωθεί από την αποικιοκρατία (ο πόλεμος της Αλγερίας για παράδειγμα) αλλά που πρέπει κατόπι να αντιμετωπίσει τις συσσωρευμένες ζημιές που κληρονόμησε από την αποικιακή εξάρτηση και από τον απελευθερωτικό πόλεμο.

Όλα αυτά συνέτειναν καθοριστικά στο να στρώσουν το κατάλληλο έδαφος σε αυτόν που αποκαλέσθηκε επίσης ελαφρύς καπιταλισμός (soft capitalism): ένα συνολικό πλαίσιο προσοδοφόρο σε παραγωγικές επενδύσεις τέτοιου μεγέθους που επέτρεπε, από τη μια πλευρά, μια μερική αναδιανομή των κερδών στις κοινωνικές δαπάνες και από την άλλη ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης, όλα αυτά συντονισμένα από ένα σύστημα σταθερών νομισματικών ισοτιμιών καθορισμένου ανάμεσα στις κεντρικές τράπεζες πάνω στη βάση του αμερικάνικου gold exchange standard. Η ανεργία δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο χαμηλή και τα ιδιωτικά κέρδη σε τέτοιο βαθμό φορολογημένα, όσο κατά τη διάρκεια των “τριάντα ένδοξων χρόνων”.

Ας επιστρέψουμε τώρα στην αρχική ερώτηση. Τι ακριβώς συνέβη το 1973; Εμπνευσμένος πιθανά από τις ήττες των Αμερικάνων στο Βιετνάμ, ο ΟΠΕΚ (Διεθνής οργανισμός των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών) εκείνη τη χρονιά αύξησε ξαφνικά τις τιμές του αργού πετρελαίου. Όσο και αν οι τιμές ξαναέπεσαν μετά, τα τεράστια κέρδη από το πετρέλαιο επενδύθηκαν γρήγορα σε “ευρωδολάρια” (ή πετροδολάρια), δηλαδή μέσα σε τραπεζικά καταπιστεύματα δολαρίων στο εξωτερικό (κατά κύριο λόγο στο Λονδίνο). Ανησυχώντας ότι η “φυγή των δολαρίων” θα κατέληγε να χτυπήσει τα αποθέματα του χρυσού της, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. κατάργησε εν μία νυκτί την ισοτιμία της μετατρεψιμότητας του νομίσματος της (το gold exchange standard) σε χρυσό, κάνοντας έτσι την αρχή για τη δημιουργία μιας ελεύθερης αγοράς συναλλάγματος που δημιούργησε πολύ σοβαρές δυσκολίες στον ίδιο το σχεδιασμό των βιομηχανικών επενδύσεων.

Στο βάθος του ορίζοντα, είχε ήδη εξαντληθεί το κύμα των εξεγέρσεων του Μπέρκλεϋ και του Γαλλικού Μάη και είχε ξεκινήσει η παραγωγική αποκέντρωση διαμέσου της τηλεματικής και της αυτοματοποίησης, ο ταξικός αγώνας αντιμετώπιζε ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ το σοβιετικό μπλοκ αγκομαχούσε πίσω από ένα διαρκώς εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό. Οι συνθήκες για την ταξική εκδίκηση της εξαγριωμένης αστικής τάξης, λόγω των συνεχιζόμενων δεκαετιών των αγώνων από πλευράς των αχάριστων της ανάπτυξης, ήταν περισσότερο από ιδανικές!

Τι ακριβώς όμως έκαναν εκείνη τη χρονική στιγμή όλες οι κυβερνήσεις; Αντί να ελέγξουν μια αργή ύφεση, προετοιμάζοντας ίσως τις συνθήκες για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες (τι κάνουν άλλωστε τώρα σε σχέση με την ύφεση που προκάλεσε ο κορωνοϊός;), επιδόθηκαν αντίθετα σε μια φρενήρη κούρσα (με επικεφαλή πάντα τις Η.Π.Α.) για να ξαναρπάξουν τα κεφάλαια σε φυγή, ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους ώστε να προσελκύσουν οποιουδήποτε είδους επένδυση, ακόμη και την περισσότερο άχρηστη και ζημιογόνο. Και φυσικά, όπως πάντα, με οποιοδήποτε κόστος.Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Ογδόντα, κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις του Ρήγκαν και της Θάτσερ (και ακολούθως καταρρακτωδώς όλες οι υπόλοιπες) εφάρμοσαν μέσα στις ίδιες τους τις χώρες αυτές ακριβώς τις πολιτικές “δομικής διόρθωσης” τις οποίες η Παγκόσμια τράπεζα είχε ήδη επιβάλλει στις χώρες του “Τρίτου κόσμου” υπό τον εκβιασμό του χρέους, πετσοκόβοντας έτσι κάθε είδους κοινωνική δαπάνη φτάνει να μην ήταν στρατιωτική (η οποία αντίθετα άρχισε να αυξάνεται αλματωδώς).

Τα πάντα δηλαδή μπορούσαν να ριχτούν μέσα στην αγορά, εκτός από αυτό το οποίο είναι ουσιώδες για την κρατική ισχύ. Δεν χρειάζεται πιστεύουμε άλλο παράδειγμα για να δείξουμε με ποιο τρόπο το μωλόχ του κράτους, κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή, δεν έχασε ούτε κατά διάνοια εξουσία, αλλά τροποποίησε μονάχα τη μέθοδο διατήρησής της, απέναντι από σχέσεις δύναμης που είχαν επιστρέψει συνολικά προς όφελος της αστικής τάξης (όσο και αν το να προσδιορίζουμε ακόμη με αυτό τον όρο την κυρίαρχη τάξη δημιουργεί οπωσδήποτε κάποια προβλήματα).

Ο νεοφιλελεύθερος κόσμος

Ειπώθηκε συχνά ότι “η εποχή της παγκοσμιοποίησης” χαρακτηρίστηκε από μια άνευ προηγούμενου κινητικότητα των κεφαλαίων πέρα και πάνω από τα σύνορα. Είναι αναμφισβήτητο ότι αυτό συνέβη μετά το 1989, δεδομένου ότι πριν τα δυτικά κεφάλαια έβρισκαν μπροστά τους το όριο του “σιδερένιου παραπετάσματος” καθώς και αυτό των Αδεσμεύτων χωρών με τις περισσότερο “προστατευμένες “ οικονομίες τους. Όμως το πραγματικό “επίτευγμα” της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης υπήρξε ως επί το πλείστο η χρηματιστηριοποίηση του καπιταλισμού, η υπεροχή της χρηματιστηριακής σπέκουλας επάνω στις βιομηχανικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με τον μαρξιστή οικονομολόγο Φρανσουά Σενέ (Η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου, στο Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού) “το ποσοστό ετήσιας ανάπτυξης [του παγκοσμίου ανά κεφαλή ΑΕΠ, δηλαδή του ΑΕΠ σε σχέση με το αριθμό του πληθυσμού] προσέγγιζε το 4% μεταξύ του 1960 και του 1963, για να κατεβεί στο 2,4% μεταξύ του 1973 και του 1980 και όχι περισσότερο από 1,2% μεταξύ του 1980 και του 1993.” Πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι για τους οικονομολόγους μια οικονομία βρίσκεται πραγματικά σε ανάπτυξη όταν έχει ρυθμούς της τάξης του 6-7% σε ετήσια βάση (ένα ποσοστό που κατά τα τελευταία χρόνια μονάχα η κινέζικη οικονομία μπόρεσε να επιτύχει) και ότι οι περισσότερο ισχυρές οικονομίες των μεγαλυτέρων καπιταλιστικών χωρών (όπως για παράδειγμα της Γερμανίας ή της Σαουδικής Αραβίας) δεν ξεπερνούσαν, πριν την κρίση του Covid, το 3 ή το 3,5% αύξησης ετησίως.

Στο τέλος της δεκαετίας του Ενενήντα το κεφάλαιο έζησε “μια αντιφατική περίοδο. Από τη μια πλευρά φαίνεται να θριαμβεύει ο καπιταλισμός. Μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, αυτός καταλήγει να υποτάξει τις περιοχές και τις δραστηριότητες που μέχρι τότε του διέφευγαν. Όμως αυτό το πράγμα το κάνει, στην πραγματικότητα, μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα συνεχούς επιβράδυνσης, σε μακροπρόθεσμη βάση, είτε των επενδύσεων είτε της ίδιας της ανάπτυξης: μέσα στο πλαίσιο μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από την παρουσία οικονομικών δεικτών που εκφράζουν τη τάση συστολής της επέκτασης” (Σενέ (Chesnais), στο ίδιο). Αν από τότε η ανάδυση του κινέζικου γίγαντα και των ασιατικών οικονομιών σε γενικές γραμμές έδωσε κάποιες ανάσες στο παγκόσμιο σύστημα, δεν μπόρεσε σε καμιά περίπτωση να αλλάξει τη κατάσταση βάθους. Στη παρούσα φάση, ο καπιταλισμός αποκομίζει τεράστια κέρδη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παράγει και αξία. Με διαφορετικά λόγια, όσο και κολοσσιαία, η παρούσα εμπορευματική παραγωγή είναι εξαιρετικά κατώτερη από τη ποσότητα του νομίσματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία: πρόκειται για μια τεράστια παραγωγή κερδών πάνω στο τίποτα.

Μέσα στο νεοφιλελεύθερο κόσμο μπορούν να δοθούν στεγαστικά δάνεια σε πρόσωπα που δεν θα μπορούν ποτέ να τα αποπληρώσουν, για να μετατραπούν κατόπι σε μετοχές οι αντίστοιχες πιστώσεις που όμως δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ. Είναι δυνατό επίσης να εξαγορασθεί ολόκληρο το σιδηροδρομικό δίκτυο μιας χώρας, για να εισαχθεί κατόπι στο χρηματιστήριο και να αφεθεί ακόλουθα να σαπίσει. Σε όλα αυτά προστίθεται το γεγονός ότι στο εσωτερικό αυτού του συστήματος τα κέρδη είναι εγγυημένα μονάχα διαμέσου του υψηλού κόστους του ίδιου του χρήματος. Αντί δηλαδή να ρυθμιστεί η κυκλοφορία του σε συνάρτηση με τις αναγκαιότητες της πραγματικής παραγωγής, η αποστολή των κεντρικών τραπεζών γίνεται αυτή να διατηρούν σταθερή (δηλαδή υψηλή) την αξία του χρήματος περιορίζοντας έτσι την πίστωση, δηλαδή τη τροφοδοσία της οικονομίας (σας θυμίζει κάτι αυτό σε σχέση με την παρούσα δράση των “ελληνικών” τραπεζών;), διότι ο πραγματικός στόχος είναι η διευκόλυνση της τοκογλυφίας. Αν μετά οι επιχειρήσεις θα πτωχεύσουν, θα είναι πάντοτε δυνατό, ως συνήθως, να τις “διασώσουν” με δημόσιο χρήμα.

Αν ο καπιταλισμός καθαυτός ήταν ανέκαθεν μια γιγαντιαία παραγωγή ανοησίας, η χρηματιστηριακή του φάση έχει αποκαλύψει εδώ και αρκετό καιρό πλέον την αυθεντική του φύση. “Οικονομία”, πράγματι, ετυμολογικά σημαίνει τη σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων και των πόρων που επιτρέπουν σε αυτά να μπορέσουν να επιβιώσουν. Διαρρηγνύοντας, αντίθετα, αυτή τη θεμελιώδη για τη ζωή σχέση, δηλαδή αποστερώντας τα ανθρώπινα όντα από την ελεύθερη πρόσβασή τους στους πόρους και στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, στο όνομα του κέρδους λίγων εκμεταλλευτών, ο καπιταλισμός μετατρέπει τα ίδια τα ανθρώπινα όντα σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, κατασκευάζοντας ένα εξολοκλήρου αυτοαναφορικό σύστημα το οποίο σε τελική ανάλυση καταβροχθίζει την ίδια την “οικονομία”, δηλαδή τις ίδιες τις υλικές της βάσεις. Με αυτή την έννοια, η χρηματιστηριακή φάση του καπιταλισμού είναι η τελευταία ώρα της νύχτας: η πιο σκοτεινή ώρα, κατά την οποία προχωράμε στα τυφλά και αντιλαμβανόμαστε ελάχιστα τον εχθρό. Με τα πρώτα φώτα της αυγής θα επανέλθουμε για να διαπιστώσουμε τα κατορθώματά του, όταν πλέον αυτός θα επανεμφανισθεί μέσα στα βρακιά του κράτους.

Η οικονομία του πολέμου

Ενώ οι συνθήκες της κρίσης συσσωρεύονταν εδώ και χρόνια, ο Κορωνοϊός αποτέλεσε τον επικρουστήρα. Για την ώρα, η απάντηση των κυβερνήσεων αντηχεί σαν μια βλασφημία για τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας: ρίξιμο ρευστού χρήματος μέσα στο σύστημα, πότισμα της οικονομίας, υπό μορφή βροχής, προς τις επιχειρήσεις. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της άφιξης του ιού στην Ευρώπη (Ιταλία), η Αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα κατέβασε αμέσως κατά πέντε μονάδες το κόστος του χρήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση από τη πλευρά της, προώθησε αμέσως την ιδέα ενός ταμείου ανάκαμψης (“recovery fund”), για να διασπαστεί ως συνήθως κατόπι, σε ένα “μέτωπο του νότου”, υπέρ των ευρω-ομολόγων και ένα “μέτωπο του βορά” υπέρ της ενεργοποίησης του ΕΜS (ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας) με ή χωρίς “προϋποθέσεις”, δηλαδή την επιβολή επιπλέον μέτρων λιτότητας, πέρα των ήδη ενεργών, σε όλα τα κράτη μέλη, (αυτό το πράγμα δεν έχει διευκρινιστεί μέχρι σήμερα).

Είναι προφανές λοιπόν το πόσο αδόκιμη είναι η έκφραση “οικονομία του πολέμου”, η οποία κανονικά απεικονίζει μια κατάσταση πλήρους απασχόλησης που έχει σαν στόχο της να συμβάλλει σε μια πολεμική σύγκρουση μεταξύ κρατών σε εξέλιξη και όχι αντίθετα στην τροφοδοσία ρευστού χρήματος σε κλειστές επιχειρήσεις ή που βρίσκονται σε κατάσταση υπολειτουργίας. Αυτό το πράγμα όμως δεν αποκλείει το γεγονός ότι η χρήση αυτής της έκφρασης είναι δυνατόν επίσης να ερμηνευθεί με διαφορετικό τρόπο. Τα αφεντικά παντού σε όλο το κόσμο αρχίζουν να αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο να συνεχίσουν να υλοποιούν τα κέρδη τους κατά το ίδιο τρόπο που έκαναν κατά τη διάρκεια των τελευταίων σαράντα χρόνων. Γνωρίζουν φυσικά ότι οποιαδήποτε μορφή οικονομικού ελιγμού και αν υιοθετηθεί, στο τέλος, θα τον φορτώσουν στο μεγαλύτερο μέρος του, όπως πάντα, πάνω στις πλάτες του προλεταριάτου.Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να φοβούνται για την τσέπη τους. Διαμέσου των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων κυριαρχεί πάντοτε η αβεβαιότητα και άρα και η ίδια η αστική τάξη θα υποστεί σίγουρα απώλειες καθώς θα αποκομίσει επίσης και τα σίγουρα κέρδη της.

Η οικονομία του πολέμου για την οποία μιλάνε είναι ο προπομπός της πραγματικής πολεμικής οικονομίας που βρίσκεται προ των πυλών! Είναι μια προειδοποίηση που ήδη έστειλαν στους εκμεταλλευόμενους αναφορικά με το τι ακριβώς ετοιμάζουν για λογαριασμό τους και που μαζί με το “αντίγραφό” της δρομολογείται ήδη μέσα στα σχέδια των εκμεταλλευτών.

Αυτό που ετοιμάζουν είναι η επιστροφή στον κρατικό οικονομικό σχεδιασμό. Αλλά κανείς δεν θα πρέπει με αυτό να περιμένει και την επιστροφή στον παλιό κεϋνσιανό και σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό, με τα γεμάτα ψυγεία, τις συντάξεις στα εξήντα και τα παιδιά στο πανεπιστήμιο. Βιομηχανικές επενδύσεις σημαίνει βιομηχανική εκμετάλλευση, διότι μονάχα από την εργασία παράγεται αξία. Τα χρήματα που επενδύονται αυτή τη στιγμή στην “οικονομική ανάκαμψη” αποτελούν μια υποθήκη υπογεγραμμένη πάνω στις πλάτες των εκμεταλλευόμενων: ενώ υποτίθεται ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί διαφωνούν μεταξύ τους πάνω στις λεπτομέρειες, όλοι τους συμφωνούν να δώσουν τα λεφτά στις επιχειρήσεις, συσσωρεύοντας έτσι ένα βουνό δημόσιου χρέους που θα πρέπει να αποπληρωθεί κατόπι από τους υφιστάμενους τους. Όμως πάνω από όλα, ο βιομηχανικός σχεδιασμός σημαίνει πόλεμο, διότι χωρίς την λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πηγών δεν υπάρχει βιομηχανία. Μήπως σας θυμίζει κάτι αυτή η κατάσταση;

Συμφωνίες μεταξύ “κυρίων”.

Το 1885, στο Βερολίνο, με οικοδεσπότη τον ίδιο τον Βίσμαρκ, οι μεγάλες αποικιακές δυνάμεις διαμοίρασαν μεταξύ τους την Αφρική, (πάντα εκεί, επτά χρόνια πριν, ορισμένες από αυτές είχαν μοιράσει μεταξύ τους τα Βαλκάνια). Επίσης και την εποχή εκείνη ο κόσμος βρίσκονταν υπό τη πρωτοκαθεδρία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού με αγγλο-σαξωνική ατμομηχανή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συμφωνία τους δεν αντιμετώπισε μεγάλα προβλήματα: η “μαύρη ήπειρος” διαμελίστηκε στην κυριολεξία “με τον χάρακα”. Ήταν το αποκαλούμενο “ευρωπαϊκό κοντσέρτο”. Μπροστά τους υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος για λαφυραγώγηση και δεν δυσκολεύτηκαν πολύ να συνάψουν μια συμφωνία μεταξύ κυρίων.

Τριάντα χρόνια αργότερα, αυτοί οι κύριοι συγκρούονταν στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, προκαλώντας τη σφαγή τουλάχιστον 15 εκατομμυρίων προλετάριων. Από τότε, χρειάστηκαν κάμποσες χαμένες ή προδομένες επαναστάσεις, οι πίνκερτον, ο φασισμός, ο ναζισμός και ένας καινούριος πόλεμος με 50 εκατομμύρια νεκρούς για να καταστεί εφικτό ώστε “στον επάνω όροφο” να κλειστούν καινούριες συμφωνίες. Στα ενδιάμεσα, η κρίση του 1929, ο προστατευτισμός, ο κρατικός οικονομικός σχεδιασμός, η σιδερένια πυγμή του κράτους.

Σήμερα βρισκόμαστε επίσης στο μέσο μιας παγκόσμιας τάξης η οποία αποσυντίθεται. Με αφετηρία τις ήττες των Η.Π.Α. στη Μέση ανατολή (το ιρακινό καθώς και το αφγανικό τέλμα), είμαστε εκ νέου μάρτυρες της ανάδυσης περισσότερο ή λιγότερο μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες εξοπλίζονται μέχρι τα δόντια με στόχο να κατακτήσουν τη θέση τους κάτω από τον ήλιο.

Οι “παγκόσμιες αλυσίδες της αξίας” σπάνε και ανασυντίθενται μέσα σε μικρότερους χώρους ελεύθερων ανταλλαγών, γύρω από τα ισχυρότερα κράτη: Κίνα, Σαουδική Αραβία, Αγγλία, Ρωσία, Τουρκία….. Στο εσωτερικό των κρατών ο στρατιωτικός μηχανισμός καταλαμβάνει ολοένα σημαντικότερη θέση. Από κράτη σαν το ελληνικό, το οποίο συνεχίζει να εξοπλίζεται πυρετωδώς και οφθαλμοφανώς ενάντια στον προαιώνιο ιστορικό του αντίπαλο, μέχρι τις λιγότερο οφθαλμοφανείς αντίστοιχες διεργασίες όλων των υπολοίπων κρατών της Ε.Ε., η διαφορά είναι μονάχα μεθοδολογική και αφορά την ίδια φιλοσοφία και ουσία: ο όρος “ασφάλεια” κυριαρχεί μέσα στα προπαγανδιστικά κείμενα των λεγομένων “Λευκών βίβλων της άμυνας” που συντάσσονται από τα σημερινά ευρωπαϊκά κράτη προς τη κατεύθυνση της αναδιοργάνωσης των ενόπλων τους δυνάμεων.

Ασφάλεια με την έννοια της εγγύησης των εθνικών οικονομικών συμφερόντων. Για να εξυπηρετηθεί καλύτερα αυτή η προοπτική, σήμερα αναζητείται επίσης η εκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών μέσα στα καλύτερα πανεπιστήμια, με στόχο τη δημιουργία ενός υψηλά εξειδικευμένου στρατιωτικού σώματος ικανού να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών, δηλαδή που είναι γνώστης της γεωπολιτικής, των μεταναστευτικών ρευμάτων, των κλιματικών αλλαγών, της πληροφορικής, της οικονομίας…. Μήπως σκεφτόμαστε άσχημα όταν θεωρούμε ότι αυτό ακριβώς το πράγμα σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος, ίσως το σημαντικότερο, της “οικονομικής ανάκαμψης” θα αφεθεί σε διαχειριστικό επίπεδο στα χέρια των στρατοκρατών; Και ότι η αφετηρία της θα είναι ο πόλεμος καθαυτός;

Ας δώσουμε σε αυτό το σημείο ένα άλλο παράδειγμα. Το αμερικανικό πεντάγωνο είναι χωρισμένο σε έξι μεγάλες διοικήσεις, ανάλογα με το γεωγραφικό χώρο που αυτές ασχολούνται: η Northcom για τις Η.Π.Α. και τον Καναδά, η Southcom για τη νότια Αμερική, η Eurocom για την Ευρώπη, τη Ρωσία και την Τουρκία, η Africom για την Αφρική, η Centcom για τη Μέση ανατολή και τη κεντρική Ασία, η Pacom για ολόκληρο το χώρο του Ειρηνικού ωκεανού και της Άπω ανατολής.Σύμφωνα με τις απόψεις διεθνών στρατιωτικών αναλυτών “η παραδοσιακή πρωτοκαθεδρία του υπουργείου των εξωτερικών έχει αναμορφωθεί πλέον από το Πεντάγωνο και τους στρατιωτικούς οι οποίοι τώρα ελέγχουν τον Λευκό οίκο και την εξωτερική πολιτική”.

Κατ’ αυτό το τρόπο μπορεί κατά συνέπεια να εξηγηθεί η σχιζοφρένεια ενός Τραμπ, που πρώτα λέει ότι οι Η.Π.Α. πρέπει να σταματήσουν να κάνουν τους χωροφύλακες της υφηλίου (“πρέπει να επιστρέψουμε να ασχολούμαστε με τις δικές μας υποθέσεις”) και κατόπι συνεχίζει να στέλνει στρατεύματα στο Ιράκ και να αναλαμβάνει την ευθύνη για βομβαρδισμούς κατόπιν εορτής: “Αυτός υπέστη τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις του Πενταγώνου να βομβαρδίσει τη Συρία! Δεν τον είχε πληροφορήσει κανένας για την Moab (Mother of all bombs) η οποία ρίχτηκε στο Αφγανιστάν και χαιρέτησε πρόωρα τη ναυτική επέμβαση ενάντια στη βόρεια Κορέα.”

Αυτοί ακριβώς κυβερνούν λοιπόν σήμερα τις Η.Π.Α. και κατά συνέπεια ένα μεγάλο μέρος του κόσμου και όχι φυσικά ο κάθε Τραμπ ή Μπάϊντεν, οι οπαδοί των οποίων (μιλάμε για αρκετές δεκάδες εκατομμύρια) μπορούν ακόμη και για τη περίσταση των αναγκών να καταλάβουν το κοινοβούλιο, το οποίο έχει κατά βάση διακοσμητικό ρόλο, όπως έπραξαν άλλωστε πρόσφατα οι φασιστοειδείς οπαδοί του απερχομένου προέδρου.

“Η απώλεια της εξουσίας του κράτους” κατά τη νεοφιλελεύθερη εποχή αποτελεί κατά συνέπεια ένα μεγάλο μύθο που εξυπηρετεί με ιδιαίτερο τρόπο τα αφηγήματα και τις πολιτικές σκοπιμότητες των σοσιαλδημοκρατών και των αριστερών υπηρετών του. Μέχρις ότου θα συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε διαμέσου αορίστων κατηγοριών (το κράτος που αντιπαρατίθεται στην “ελεύθερη επιχειρηματικότητα”) θα είναι φυσικά αδύνατο να κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει. Θα αρχίσουμε μόλις να κατανοούμε κάτι από όλα αυτά αν λάβουμε υπόψη μας ότι το κράτος δεν είναι ένας παράγοντας που εμφανίζεται και εξαφανίζεται από τη σκηνή ανάλογα με τη συγκυρία, αλλά αντίθετα αποτελεί ένα παράγοντα που ερμηνεύει διαφορετικούς ρόλους με βάση τη συγκυρία των συμφερόντων του διεθνούς κεφαλαίου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν αυτή τη στιγμή τον μεγαλύτερο στρατό του πλανήτη, με 1 εκατομμύριο 400 χιλιάδες στρατιώτες, ενώ το Πεντάγωνο αποτελεί το θεσμό σε ολόκληρο το κόσμο (μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών) που μασάει τη μεγαλύτερη ποσότητα χρημάτων (γύρω στα 750 δις δολάρια το χρόνο). Το γεγονός αυτό και μόνο επαρκεί κατά την άποψη μας για να κατανοήσουμε ότι το κράτος δεν “επιστρέφει” για τον απλούστατο λόγο ότι δεν αποσύρθηκε ποτέ. Αν κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης εποχής ο ιμπεριαλισμός των ισχυρότερων χωρών προτίμησε να δράσει με χρηματιστικά μέσα (όπως η δαμόκλεια σπάθη του χρέους) αντί για στρατιωτικά, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι τα όπλα καθαυτά δεν είναι πάντοτε έτοιμα για να συνεχίσουν την οικονομία με άλλα μέσα (όπως συνέβη στην Ελλάδα το 1967, στη Χιλή το 1973, στο Ιράκ το 2003 και σήμερα σε δεκάδες άλλες χώρες του κόσμου).

Όμως αν το κράτος μέχρις στιγμής έδρασε πίσω από τα παρασκήνια, ή σε πιο παράπλευρη θέση, γρήγορα θα το δούμε ξανά στο επίκεντρο του παγκόσμιου παλκοσένικου. Κατά τις φάσεις ύφεσης της παραγωγής ο τελευταίος λόγος επιστρέφει πάντα στους “βίαιους μοχλούς της πρωτογενούς συσσώρευσης”, στη καθαρή βία η οποία αξιώνει ότι διαθέτει νομιμοποίηση και κρύβεται πίσω από τα βρακιά του Δικαίου. Στο εσωτερικό μέτωπο, η καινούρια πρωτογενής συσσώρευση στοχεύει τη ζωή κατευθείαν στο κεφάλι, επιχειρώντας να μας αποστερήσει πραξικοπηματικά από όλα αυτά τα στοιχεία που μας καθιστούν ακόμη ανθρώπους (η βιολογική αναπαραγωγή, η άμεση επαφή, η συνείδηση) για να τα ξαναδούμε κατόπι να έχουν μετατραπεί σε αλγόριθμους. Από τις νανο-βιοτεχνολογίες στη πληροφορική, από της επιστήμες της συμπεριφοράς στο διαδίκτυο των πραγμάτων (του οποίου το 5G αποτελεί την υλική υποδομή), οι αποκαλούμενες “συγκλίνουσες” τεχνολογίες συγκλίνουν ακριβώς στην αντικατάσταση του ανθρώπινου με το ρομποτοποιημένο “αντίγραφό” του. Όμως, αυτή η αντικατάσταση χρειάζεται μια κυριολεκτική εξολόθρευση του ανθρώπινου στοιχείου, πραγματοποιούμενη με αστυνομικά μέσα. Αν μέχρι τώρα η επίθεση ενάντια στην κοινωνικότητα μέσα στους αστικούς χώρους είχε σαν στόχο της “μονάχα” να μεταβάλει όλη τη πόλη σε εμπόρευμα, αυτή τη στιγμή γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική, διότι κάθε κοινωνική σχέση που δεν τυγχάνει διαμεσολάβησης γίνεται άμεσα ένα εμπόδιο στον καινούριο πληροφορικό και δια-ανθρωπικό “τρόπο παραγωγής”.

Στο εξωτερικό μέτωπο (είναι κάτω από τα μάτια όλων) ότι η βιομηχανική επανεκκίνηση θα επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη κούρσα για την ιδιοποίηση των ορυκτών καυσίμων καθώς και των σπανίων “γαιών” και των μεταλλευμάτων, τα οποία βρίσκονται κυρίως στην Αφρική και στη Κίνα. Δεν χρειάζεται μεγάλη σκέψη για να γίνει αντιληπτό κατά που θα φυσήξουν οι καινούριοι πολεμικοί άνεμοι αλλά κυρίως για να φανταστούμε το μέγεθος της βιαιότητας μέσα στον παρόντα κόσμο. Στη κούρσα του για την αρπαγή και την ολική εμπορευματοποίηση της ζωής, ο καπιταλισμός κατόρθωσε να φτάσει (σχεδόν) παντού. Οι ολοένα πιο βίαιες εξορμήσεις του πραγματοποιούνται πλέον μέσα σε ένα κόσμο ολοκληρωτικά “εξαντλημένο”, στον οποίο δεν υπάρχει πλέον χώρος για επέκταση. Αν ακόμη οι μεγάλες δυνάμεις συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διεξάγουν τους πολέμους τους δια αντιπροσώπων, είναι διότι σίγουρα μια άμεση σύγκρουση μεταξύ τους θα οδηγούσε στην πυρηνική αλληλοεξόντωση. Η “ισορροπία του τρόμου” συνεχίζει να υπάρχει αλλά πάντοτε μέσα σε πιο αβέβαιες συνθήκες. Εν αναμονή μιας τελικής σύγκρουσης που θα μπορούσε να ξεσπάσει οποιαδήποτε χρονική στιγμή, οι αντίπαλοι, μικροί ή μεγάλοι, συνεχίζουν να συγκρούονται στις περιφέρειες των αυτοκρατοριών τους, αρπάζοντας στην κυριολεξία ότι μπορούν από τους υπηκόους τους. Μέχρις του σημείου να τους καταστήσουν ολοένα ομοιότερους με διασυνδεμένα πράγματα.

Ο ερασιτεχνικός εθνικισμός

Την επαύριο της αγγλικής επανάστασης, ένας αδιαμφισβήτητος υπηρέτης των αφεντικών που άκουγε στο όνομα Τόμας Χομπς, μεταξύ των άλλων και υπάλληλος της αποικιακής εταιρίας εμπορίου των μαύρων σκλάβων της Βιρτζίνια, προμήθευε στο κράτος μια ιδεολογική δικαίωση η οποία έχει καταστεί πλέον κλασσικού χαρακτήρα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται ακόμη σήμερα σχεδόν αναμφισβήτητη από πλευράς της μοντέρνας πολιτικής φιλοσοφίας.

Αντίθετα και διαφορετικά από άλλους πτυχιούχους λακέδες, ο Χομπς δεν θεμελίωνε την πολιτική εξουσία επάνω στην φυσική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπινων όντων, αλλά αντίθετα επάνω στην ισότητά τους. Οι άνθρωποι, σκέφτονταν ο φιλόσοφος, μπορούν να διαφέρουν μεταξύ τους κάτω από πολυποίκιλες απόψεις, όμως υπάρχει ένα πράγμα που τους καθιστά όλους ίσους: αυτοί μπορούν να αλληλοεξοντωθούν μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, αν ο καθένας δεν μπορεί παρά να φοβάται ότι είναι δυνατόν να εξοντωθεί από το γείτονά του, η θεσμοθέτηση της ανισότητας μέσα στο κράτος- αυτό που ο Χομπς αποκαλεί Λεβιάθαν – είναι μια αναγκαιότητα απόλυτα λειτουργική για την ασφάλεια. Αυτή είναι σίγουρα μια θεώρηση που διαθέτει κάποια γοητεία δεδομένου ότι ξεκινά από μια σωστή προϋπόθεση για να καταλήξει σε ένα λανθασμένο συμπέρασμα. Αντίθετα, είναι ακριβώς η θεμελιώδης ισότητα μεταξύ των ανθρώπων που περιορίζει τον κίνδυνο του πολέμου. Η τεχνητή θεσμοθέτηση της ανισότητας, αντίθετα, επαυξάνει αυτό τον κίνδυνο και τον οδηγεί στις έσχατες συνέπειές του.

Τι ακριβώς διαφορετικό είναι το κράτος αν όχι ένα τεχνητό ον αποτελούμενο από ενωμένες εξαναγκαστικά δυνάμεις εκατομμυρίων ανθρώπων, της δραστηριότητάς τους, των πραγμάτων που παράγουν; Και από τι πράγμα πηγάζει ο πόλεμος, αν όχι από την τεράστια ανισότητα των δυνάμεων που δημιουργείται μέσα στη κούρσα των Λεβιάθαν για την αύξηση της δύναμής τους;

Οι άνθρωποι, θεωρούμενοι έξω από τις κοινωνικές τους σχέσεις, γεννιούνται και πεθαίνουν παραμένοντας πάντα ίσοι με τους εαυτούς τους και κατά συνέπεια ουσιαστικά ίσοι μεταξύ τους. Τα κράτη, αντίθετα, βλέπουν την ισχύ τους να αυξάνεται και να μειώνεται ανάλογα με την ποσότητα των δυνάμεων που επιτυγχάνουν να κινητοποιήσουν, να κρατούν υπό έλεγχο για να μην τους διαφύγει, όπως συμβαίνει άλλωστε συχνά με τους διάφορους μαθητευόμενους μάγους που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδικούς. Η ιστορία ενός κράτους είναι μια συνεχής κούρσα κινητοποίησης: των υλικών πόρων,του χρήματος, των συνειδήσεων. Όταν αυτή η κούρσα αγγίζει το ζενίθ της, σημαίνει πόλεμο.

Αν αυτή τη στιγμή το κράτος εμφανίζεται-σε διεθνές επίπεδο-μέσα στην πιο καθαρή του μορφή- δηλαδή αυτή του στρατιωτικού μηχανισμού- το γεγονός αυτό μας λέει ότι πιθανά βρισκόμαστε κοντά σε ένα σημείο ζενίθ. Κατά συνέπεια, από ιδεολογία που δικαιώνει νομιμοποιώντας το κράτος προς το εσωτερικό του, ο όρος “ασφάλεια” ταυτίζεται πλέον με το ίδιο το συμφέρον του κράτους καθώς και των συμμάχων του αστικών τάξεων. Και όπως, κατά τα άλλα, συνέβη ανέκαθεν σε ιστορικό επίπεδο, όταν το κράτος προετοιμάζεται για τη σφαγή αποκαλεί τον εαυτό του Πατρίδα.

Έχοντας ήδη βάλει για τα καλά στη σοφίτα οποιαδήποτε άλλη θεώρηση του επονομαζόμενου “δημοσίου συμφέροντος και των πραγμάτων”, όσο και ψευδαισθησιακή θα μπορούσε αυτή να είναι, όλες οι κυβερνήσεις ξεσκονίζουν τα παλιά εθνικά ιερά και τα όσια (τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 σίγουρα θα αξιοποιηθούν κατάλληλα από το ελληνικό κράτος προς αυτή την κατεύθυνση) και συναγωνίζονται μεταξύ τους ώστε να κατορθώσουν να παράξουν “κοινωνική συνοχή” ανάμεσα στους υπηκόους τους που τους ετοιμάζουν για στρατιωτικές πορείες. Έχοντας παρέλθει η εποχή των μεγάλων μπλοκ των συνασπισμών μαζί με τα μεγάλα τους αφηγήματα, ο πολυπολικός καπιταλισμός δίνει μορφή σε ένα καινούριο σύστημα μικρών αυτοκρατοριών και μικρών αφηγημάτων που βαδίζουν όλα τους προς την ίδια κατεύθυνση: έναν νέο άκομψο και ημιάγριο εθνικισμό υπό την προτροπή του συνθήματος “ είμαστε όλοι μέσα στην ίδια βάρκα” και “ο σώζων εαυτό σωθείτω”.

Μήπως θα πρέπει να περιμένουμε την επάνοδο του φασισμού, μέσα σε περισσότερο ή λιγότερο μασκαρεμένες και μεταμοντέρνες μορφές του; Είναι μάλλον νωρίς για να το πούμε. Βέβαια, σε σύγκριση με το παρελθόν, υπάρχει μια σημαντική διαφορά που χτυπάει στο μάτι. Ο εθνικισμός του περασμένου αιώνα ήταν πράγματι ένας “ιερός” εθνικισμός, που εξύψωνε τον ηρωϊσμό και τοποθετούσε υποτιθέμενες αιώνιες αξίες επάνω από την επιβίωση. Ο σημερινός μοιάζει να έχει περισσότερο τον “ερασιτεχνικό” χαρακτήρα του καναπέ και τοποθετεί την απλή βιολογική επιβίωση επάνω από όλα τα υπόλοιπα. Αν ο πρωταγωνιστής του παλιού εθνικισμού ήταν ο στρατιώτης που ήταν έτοιμος να υποστεί οποιαδήποτε θυσία (αλλά και να μεταβληθεί σε τραμπούκο στο εσωτερικό μέτωπο όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν), στο επίκεντρο του σημερινού εθνικισμού φαίνεται να βρίσκεται ο καλοθελητής πολίτης (που στο εσωτερικό μέτωπο μεταβάλλεται ως επί το πλείστο και όταν η περίσταση το απαιτεί σε χαφιέ).

Αν κάποτε το ύψιστο σημάδι της πίστης στο Έθνος ήταν να αρπάξεις το όπλο ή το στιλιάρι, σήμερα αυτό φαίνεται να έχει-τις περισσότερες φορές- αντικατασταθεί από το smartphone, ακόμη καλύτερα δε διαμέσου ενός app ανίχνευσης. Αν η αντιδραστική κινητοποίηση του περασμένου αιώνα είχε σαν στόχο της να υποστηρίξει στρατιωτικά την κρατική ατμομηχανή, σήμερα το μήνυμα είναι περισσότερο του τύπου “μην ενοχλείτε τον οδηγό”, εντοπίστε ποιος δεν πληρώνει εισιτήριο και ποιος προσπαθεί να τραβήξει το φρένο έκτακτης ανάγκης.

Τουλάχιστο για την ώρα, διότι σε κάθε περίπτωση το γενικότερο κλίμα ευνοεί αντικειμενικά αυτή τη στιγμή όποιον θα ήθελε “τα πάντα στο κράτος, τίποτα έξω από το κράτος, τίποτα ενάντια στο κράτος” (σύμφωνα και με το δόγμα του γνωστού φασίστα φιλόσοφου Τζεντίλε) και θα ήταν διαθέσιμος να δώσει ένα αποτελεσματικότερο χέρι βοήθειας στην προσπάθεια “εθνικής ανοικοδόμησης”. Κατά τη διάρκεια των στιγμών της κρίσης του καπιταλισμού, όταν μαίνεται με μεγαλύτερη δύναμη ο τυφώνας της αναδιάρθρωσης, επανεμφανίζεται πάντα ο αντιδραστικός μύθος της αυτοκρατορίας (βλέπε Τουρκία) που είναι ικανός να “προστατέψει” κάτω από τη σκέπη του την οικονομική ζωή, βάζοντας στη θέση τους τόσο τους εμπόρους όσο και τους σκλάβους. Πολλά παίζονται, μέσα σε αυτό το για την ώρα: η ελευθερία, η ίδια η ζωή πού αξίζει να αποκαλείται με αυτό το όνομα, ίσως και η ίδια η επιβίωση. Αν το να δείξουμε συγκεκριμένα μια δυνατότητα διαφορετικής ζωής είναι ένα πράγμα που υπερβαίνει τις ικανότητές μας, αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι θα καταλήξουμε όλοι ευθυγραμμισμένοι οριζόντια μέσα σε κάποιο βάραθρο αν δεν αρχίσουμε σύντομα να σπάμε τις γραμμές.

Διεθνιστική αναρχική ομάδα

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

Creative Commons License

Όλα τα περιεχόμενα αυτού του δικτυακού τόπου είναι ελεύθερα προς αντιγραφή, διανομή, προβολή και μεταποίηση, αρκεί να συνεχίσουν να διατίθενται, αυτά και τα παράγωγα έργα που πιθανώς προκύψουν, ε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *