ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Ρεπορτάζ

ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Γκεόργκι Ντιμιτρόφ

Ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ (1882-1949), Βούλγαρος κομμουνιστής  θεωρητικός,   επέκτεινε τις ιδέες του Λένιν υποστηρίζοντας  ότι ο φασισμός ήταν η δικτατορία των πιο αντιδραστικών στοιχείων του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Το 1935 αναφέρει:

«Ο φασισμός είναι η μια φανερά  τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου… Ο φασισμός δεν είναι ούτε η κυβέρνηση  πέρα από τάξεις, ούτε η κυβέρνηση των μικροαστών ή των λούμπεν-προλεταρίων επί του  οικονομικού κεφαλαίου. Ο φασισμός είναι η κυβέρνηση του  ίδιου του  χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.  Είναι  μια οργανωμένη σφαγή της εργατικής τάξης και του επαναστατικού κομματιού της αγροτιάς και της διανόησης. Ο φασισμός στην εξωτερική του πολιτική, είναι η πιο άγρια μορφή του σοβινισμού, που καλλιεργεί ζωώδες  μίσος εναντίον  άλλων  λαών».

Ουμπέρτο Έκο

Στο δοκίμιο του  1995  Αιώνιος  Φασισμός, ο Ουμπέρτο Έκο παραθέτει δεκατέσσερεις γενικές ιδιότητες της  φασιστικής ιδεολογίας.   Υποστηρίζει ότι  δεν είναι δυνατόν να οργανώσει αυτές τις ιδιότητες σε ένα συνεκτικό σύστημα, αλλά  ότι «αρκεί να υπάρχει μία από  αυτές  για να συμβεί η σύμπηξη του  φασισμού γύρω της». Χρησιμοποιεί τον όρο «Ur-φασισμός»  (πρωτογενής φασισμός)[13] ως γενική περιγραφή των διαφόρων ιστορικών μορφών του φασισμού. Έντεκα από τις  δεκατέσσερεις ιδιότητες είναι οι  εξής:

  • Η «Λατρεία της Παράδοσης», που χαρακτηρίζεται από  πολιτισμικός συγκρητισμό, ακόμη και με κίνδυνο  εσωτερικών αντιφάσεων. Όταν όλη η αλήθεια  αποκαλυφθεί από την Παράδοση, καμία νέα μάθηση μπορεί να συμβεί, μόνο περαιτέρω ερμηνεία και  εκλέπτυνση.
  • «Η Απόρριψη του μοντερνισμού»,  η οποία  θεωρεί στην ορθολογιστική ανάπτυξη του Δυτικού πολιτισμού, από τον Διαφωτισμό ως κάθοδο στην διαφθορά. Ο Eco διακρίνει αυτό από την απόρριψη της επιφανειακής τεχνολογικής προόδου, καθώς  πολλά φασιστικά καθεστώτα προβάλλουν  τη βιομηχανική τους ισχύ  ως απόδειξη της ζωτικότητας του συστήματός τους.
  • «Η Λατρεία της Δράσης για τη Δράση», η οποία υπαγορεύει ότι η δράση είναι  αξία από μόνη της, και θα πρέπει να γίνεται χωρίς να είναι  αντανάκλαση της διανόησης. Αυτό, λέει ο Eco,   συνδέεται  με τον  αντιδιανοουμενισμό και τον  ανορθολογισμό  και συχνά εκδηλώνεται με επιθέσεις στο σύγχρονο πολιτισμό και την επιστήμη.
  • «Η διαφωνία είναι προδοσία» – Ο φασισμός  απαξιώνει την πνευματική συζήτηση και την κριτική συλλογιστική ως εμπόδια στη δράση, καθώς και από  φόβο ότι μια τέτοια ανάλυση θα εκθέσει τις αντιφάσεις που ενσωματώνονται σε μια συγκριτιστική  πίστη.
  • ««Ο φόβος της Διαφοράς»», την οποία ο φασισμός επιδιώκει να εκμεταλλευτεί και να επιδεινώσει, συχνά με τη μορφή ρατσισμού ή επικλήσεις  εναντίον των ξένων και των μεταναστών.
  • «Έκκληση προς μια Απογοητευμένη Μεσαία Τάξη», φοβούμενη την οικονομική πίεση από τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των κατώτερων κοινωνικών ομάδων.
  • ««Η εμμονή με τη Συνομωσία»» και τη διόγκωση μιας  απειλής από  εχθρό. Αυτό συχνά συνδυάζεται με  έκκληση προς την ξενοφοβία, με  φόβο για απιστία και σαμποτάζ από περιθωριοποιημένες  ομάδες  της κοινωνίας (όπως ήταν ο φόβος της  γερμανικής ελίτ  δεκαετίας του 1930  για τις επιχειρήσεις και την ευμάρεια των Εβραίων. Βλ.  επίσης,  αντισημιτισμός). Ο Eco αναφέρει επίσης το βιβλίο του  Πατ Ρόμπερτσον  «Η Νέα Παγκόσμια Τάξη» ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα  εμμονής σε συνομωσία .
  • Φασιστικές κοινωνίες ρητορικά εμφανίζουν  τους εχθρούς τους ως «ταυτόχρονα πολύ ισχυρούς και πολύ αδύναμους.» Από τη μία πλευρά, οι φασίστες υπερπροβάλουν τη δύναμη ορισμένων ελίτ σε δυσμενεια,  για να ενθαρρύνουν στους οπαδούς τους  μια αίσθηση της αδικίας και ταπείνωσης. Από την άλλη πλευρά, δείχνουν  την παρακμή αυτών των ελίτ ως απόδειξη την απόλυτης αδυναμίας τους μπροστά στη συντριπτική λαϊκή βούληση.
  • «Ο ειρηνισμός είναι  συναλλαγή με τον Εχθρό» επειδή «η Ζωή είναι ένας Μόνιμος Πόλεμος» – πρέπει να υπάρχει πάντα ένας πολεμικός αντίπαλος.  Και η φασιστική  Γερμανία  υπό τον  Χίτλερ και η Ιταλία  του Μουσολίνι εργάστηκαν πρώτα για να οργανώσουν  και να καθαρίσουν  τις  χώρες τους και στη συνέχεια  οικοδόμησαν  τις πολεμικές μηχανές που χρησιμοποίησαν αργότερα, παρ’ ότι  η Γερμανία εμποδιζόταν από τη  Συνθήκη των Βερσαλλιών  να  οικοδομήσει  στρατιωτική δύναμη. Η αρχή αυτή οδηγεί σε μια θεμελιώδη αντίφαση εντός του φασισμού: η ασυμβατότητα του απόλυτου θριάμβου  με τον  διαρκή πόλεμο.
  • «Περιφρόνηση για τους Αδύναμους», η οποία είναι προβληματικά συδυασμένη με τον σοβινιστικό λαϊκό ελιτισμό, κατά τον  οποίο κάθε μέλος της κοινωνίας είναι ανώτερο από τους ξένους, λόγω του ότι ανήκει στην ομάδα.  Ο Eco βλέπει σ’ αυτές τις στάσεις τη ρίζα της βαθιάς έντασης  στην ιεραρχική δομή των  φασιστικών  πολιτευμάτων, καθώς ενθαρρύνουν τους ηγέτες να περιφρονούν τους υφισταμένους τους, μέχρι τον απόλυτο Ηγέτη που έχει το σύνολο της χώρας σε περιφρόνηση επειδή  του επέτρεψε να πάρει την εξουσία με τη βία.
  • «Ο καθένας έχει την παιδεία  να γίνει Ήρωας», το οποίο οδηγεί στην αγκαλιά της λατρείας του θανάτου.  Ο ήρωας του  Ur-Φασισμού  ανυπομονεί να πεθάνει. Στην ανυπομονησία του, πιο συχνά στέλνει  άλλους ανθρώπους στο θάνατο.»
  • «Ανδρισμός», που διοχετεύει το δύσκολο έργο του διαρκούς πολέμου και του ηρωισμού στην ερωτική  σφαίρα. Έτσι, οι φασίστες υποτιμούν  τις γυναίκες και ταυτόχρονα δεν ανέχονται τις μη καθιερωμένες  σεξουαλικές συνήθειες, από την αγνότητα μέχρι την ομοφυλοφιλία.»
  • «Επιλεκτικός Λαϊκισμός» – Ο λαός, αντιληπτός  μονολιθικά, έχουν μια κοινή βούληση, ξεχωριστή και ανώτερη από αυτή του κάθε ατόμου. Καθώς καμία  μάζα  ανθρώπων  δεν μπορεί ποτέ να είναι ομόφωνη, ο Ηγέτης προβάλει  ως ερμηνευτής της  λαϊκής βούλησης (αν και πραγματικά την υπαγορεύει). Οι φασίστες χρησιμοποιούν αυτή την ιδέα για να απονομιμοποιήσουν τους  δημοκρατικούς θεσμούς λέγοντας ότι  «δεν αντιπροσωπεύουν πλέον τη  φωνή του λαού.»
  • «Νέα γλώσσα» (Newspeak) – ο φασισμός χρησιμοποιεί και προωθεί ένα φτωχό λεξιλόγιο, ώστε να περιοριστεί η κριτική σκέψη.

Τζον Τ. Φλυν

Το 1944, ο Αμερικανός δεξιός δημοσιογράφος Τζον Τ. Φλυν έγραψε ένα μαχητικό κείμενο, το «As we go marching» εναντίον των σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατικών τάσεων, στις οποίες διέκρινε ότι αρχίζουν να υποκύπτουν στον καπιταλισμό. Βασισμένος σε μια ανάλυση της φασιστικής Ιταλίας, διακρίνει τα εξής χαρακτηριστικά  στον  ιταλικό φασισμό:

  1. Αντικαπιταλιστικός, αλλά με  καπιταλιστικά στοιχεία.
  2.  Χρήση των δημοσίων δαπανών και του χρέους ως μέσων για την παραγωγή εθνικού εισοδήματος και αύξηση της απασχόλησης
  3. Άμεσος οικονομικός προγραμματισμός,  συμβιβασμένος  με  μερική οικονομική αυτονομία μέσω του κορπορατισμού;
  4. Μιλιταρισμός και Ιμπεριαλισμός
  5. Αναστολή του κανόνα δικαίου.
  6. Στο ίδιο έργο ο Φλυν εξετάζει τον «κακό φασισμό» της Γερμανίας και τον «καλό φασισμό» των ΗΠΑ.

Εμίλιο Τζεντίλε

Ο Εμίλιο Τζεντίλε, ιστορικός ειδικός στον φασισμό) περιγράφει τον φασισμό ως «αγιοποίηση της πολιτικής» μέσω ολοκληρωτικών μεθόδων και υποστηρίζει ότι αυτός έχει δέκα συστατικά στοιχεία:

  1. Μαζικό κίνημα με  μέλη από όλες τις τάξεις όπου υπερισχύουν, μεταξύ των ηγετών και των μαχητών,  τα μεσαία στρώματα, σε μεγάλο μέρος νεοφερμένοι στην πολιτική δραστηριότητα, οργανωμένοι ως πολιτοφυλακή κόμματος.  Ο φασισμός  βασίζει την ταυτότητά του όχι στην κοινωνική ιεραρχία ή την ταξική  προέλευση, αλλά στην   αίσθηση της συντροφικότητας, πιστεύει ότι  έχει αναλάβει το καθήκον της  εθνικής αναγέννησης, θεωρεί τον εαυτό του σε κατάσταση πολέμου εναντίον πολιτικών αντιπάλων και στοχεύει στην κατάκτηση του μονοπωλίου της πολιτικής εξουσίας, χρησιμοποιώντας την τρομοκρατία, την κοινοβουλευτική πολιτική, και συναλλάσσεται  με ηγετικές  ομάδες για να δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς που καταστρέφει την κοινοβουλευτική δημοκρατία.
  2. «Αντι-ιδεολογική» και ρεαλιστική ιδεολογία που διακηρύττει ότι είναι αντι-υλιστική, αντι-ατομικιστική, αντι-φιλελεύθερη,  αντι-δημοκρατική, αντι-μαρξιστική. Είναι λαϊκιστική  και αντικαπιταλιστική στις τάσεις της, εκφράζεται  περισσότερο αισθητικά παρά θεωρητικά  με ένα νέο πολιτικό ύφος και με  μύθους, τελετουργίες και σύμβολα σαν λαϊκή θρησκεία σχεδιασμένη  να εντάξει, να κοινωνικοποιήσει, και να ενσωματώσει την πίστη των μαζών με στόχο τη δημιουργία ενός «νέου ανθρώπου»;
  3. Μια κουλτούρα θεμελιωμένη  στη μυστικιστική σκέψη και στο τραγικό και ακτιβιστικό  νόημα της ζωής, που εκδηλώνονται ως βούληση για ισχύ. Κουλτούρα βασισμένη στο μύθο της νεολαίας  ως παραγωγού  της ιστορίας, και στην εξύψωση της στρατιωτικοποίησης της πολιτικής ως πρότυπου ζωής και  συλλογικής δραστηριότητας.
  4. Ολοκληρωτική αντίληψη της υπεροχής της πολιτικής, αντιληπτής  ως μια ολοκληρωμένη  εμπειρία σύντηξης του ατόμου και των μαζών στην οργανική και  μυστικιστική  ενότητα του έθνους ως εθνική και ηθική κοινότητα. Υιοθέτηση  μέτρων  διάκρισης και δίωξης εναντίον όσων θεωρούνται εκτός  αυτής της κοινότητας, είτε ως εχθροί του καθεστώτος ή ως μέλη  φυλών που θεωρούνται κατώτερες ή άλλως επικίνδυνες για την ακεραιότητα του έθνους.
  5. Πολιτική ηθική βασισμένη στην πλήρη αφοσίωση στην εθνική κοινότητα,  την πειθαρχία, την αρρενωπότητα, τη  συντροφικότητα και το πνεύμα του πολεμιστή;
  6. Κράτος ενός κόμματος  που έχει το καθήκον να παρέχει  ένοπλη άμυνα του καθεστώτος, να επιλέγει τα  στελέχη του και να οργανώνει τις μάζες  στο εσωτερικό του κράτους σε μια διαδικασία μόνιμης  κινητοποίησης  συναισθήματος και  πίστης;
  7.  Αστυνομικός μηχανισμός  που προλαμβάνει, ελέγχει και καταστέλλει τη διαφωνία και την αντιπολίτευση, ακόμη και με την τρομοκρατία.
  8. Ένα πολιτικό σύστημα, οργανωμένο ιεραρχικά με λειτουργίες που καθορίζονται από τα πάνω με  κορυφή τη μορφή του «ηγέτη» με το  ιερό χάρισμα, ο οποίος  διοικεί, διευθύνει και συντονίζει τις δράσεις  του κόμματος και του καθεστώτος.
  9. Συντεχνιακή/σωματειακή  οργάνωση της οικονομίας, που καταστέλλει την συνδικαλιστική ελευθερία, διευρύνει τη σφαίρα της κρατικής  παρέμβασης  και επιδιώκει να επιτύχει, με  τις αρχές της τεχνοκρατίας και της αλληλεγγύης,  τη  συνεργασία των «παραγωγικών τομέων» υπό τον έλεγχο του καθεστώτος, για την επίτευξη των στόχων της εξουσίας, αλλά διατηρώντας την ατομική  ιδιοκτησία και τις ταξικές διαιρέσεις.
  10. μια εξωτερική πολιτική που εμπνέεται από το μύθο της εθνικής δύναμης και  του μεγαλείου, με στόχο την ιμπεριαλιστική επέκταση.

Ρότζερ Γκρίφιν

Ο  ορισμός του Ρότζερ Γκρίφιν επικεντρώνεται στην λαϊκιστική φασιστική ρητορική που υποστηρίζει την  «ανα-γέννηση» του έθνους και των  εθνικών λαών.  Σύμφωνα με τον Γκρίφιν:

Ο φασισμός ορίζεται καλύτερα ως μια επαναστατική μορφή του εθνικισμού, που εκκινεί ως  μια πολιτική, κοινωνική και ηθική επανάσταση, ενώνοντας τον «λαό» σε μια δυναμική εθνική κοινότητα κάτω από νέες  ελίτ εμποτισμένες  με ηρωικές αξίες. Ο πυρήνας του μύθου που εμπνέει το έργο αυτό είναι μόνο ένα λαϊκίστικο,  δια-ταξικό κίνημα κάθαρσης και  εθνικής παλιγγενεσίας  μπορεί να ανακόψει το κύμα της παρακμής.

Ο Γκρίφιν αναφέρει ότι μια ευρεία επιστημονική συναίνεση αναπτύχθηκε στις  αγγλόφωνες  κοινωνικές επιστήμες κατά τη  δεκαετία του 1990, γύρω από τον ακόλουθο ορισμό του φασισμού:

[Ο φασισμός είναι] μια  γνήσια  επαναστατική, δια-ταξική μορφή αντιφιλελεύθερου και σε τελευταία ανάλυση, αντισυντηρητικού εθνικισμού. Ως εκ τούτου, είναι μια ιδεολογία βαθιά  συνδεδεμένη με τον εκσυγχρονισμό και τη νεωτερικότητα, η οποία έχει λάβει μια σημαντική ποικιλία από εξωτερικές μορφές για να προσαρμοστεί στο ιδιαίτερο ιστορικό και εθνικό πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται, και έχει ελκύσει ένα ευρύ φάσμα πολιτισμικών και πνευματικών ρευμάτων, από αριστερά και δεξιά, αντιμοντέρνα και φιλομοντέρνα, για  να αρθρωθεί  ως ένα σώμα ιδεών, συνθημάτων και δογμάτων. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, εκδηλώθηκε κυρίως με τη μορφή ενός ««ενόπλου κόμματος»» οδηγούμενου από  μια ελίτ το  οποίο επιχείρησε, συνήθως ανεπιτυχώς, να δημιουργήσει ένα λαϊκίστικο κίνημα μέσα από ένας  λειτουργικό στιλ πολιτικής και ένα πρόγραμμα  ριζοσπαστικών πολιτικών που υπόσχονταν να ξεπεράσουν την  απειλή που έθετε ο διεθνής σοσιαλισμός. Επίσης υποσχόταν να τερματίσει την παρακμή  του  έθνους υπό τον φιλελευθερισμό, και να επιφέρει μια ριζική ανανέωση της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής  ως μέρος ως μέρους αυτού που  φανταζόταν ως έναρξη μιας  νέας εποχής στον δυτικό πολιτισμό. Ο κεντρικός κινητήριος μύθος του φασισμού που διαμόρφωνε την ιδεολογία, την προπαγάνδα, το ύφος της πολιτικής και των δράσεων είναι το όραμα της  επικείμενης  αναγέννησης του έθνους από την παρακμή.

Ο Griffin υποστηρίζει ότι ο παραπάνω ορισμός μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια φράση: «ο φασισμός είναι πολιτική ιδεολογία του οποίου ο μυθικός πυρήνας στις  διάφορες παραλλαγές του  είναι μια αναγεννητική (palingenetic) μορφή λαϊκιστικού υπερεθνικισμού». Η λέξη ««palingenetic»» σε αυτή την περίπτωση αναφέρεται σε έννοιες της εθνικής παλιγγενεσίας.

Φρίντριχ Χάγιεκ

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ, στο βιβλίο του The Road to Serfdom, υποστήριξε ότι ο σοσιαλισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός είχαν παρόμοιες ρίζες. «Ο φασισμός είναι το επόμενο στάδιο αφού ο κομμουνισμός  αποδειχθεί μια ψευδαίσθηση.»  Με αυτό εννοεί τις πνευματικές ρίζες. Ο καθηγητής Werner Sombart , ιδίως, χαιρετίστηκε ως Μαρξιστής και διώχθηκε  για τις πεποιθήσεις του, αλλά αργότερα απέρριψε τον διεθνισμό και τον ειρηνισμό  και τάχθηκε υπέρ του γερμανικού μιλιταρισμού και του εθνικισμού. Έγινε από νωρίς μια πνευματική δύναμη για τον εθνικοσοσιαλισμό. Ο καθηγητής Johann Plenge, ένας άλλος πρώιμος εθνικοσοσιαλιστικής διανοούμενος, είδε τον εθνικοσοσιαλισμό ως γερμανική προσαρμογή του σοσιαλισμού. Ο Paul Lensch ήταν σοσιαλιστής πολιτικός στο Ράιχσταγκ, ο οποίος υποστήριξε τον κεντρικό έλεγχο της οικονομίας και τον μιλιταρισμό που έγιναν χαρακτηριστικά του εθνικοσοσιαλισμού. Έγραφε ότι ο δυτικός  ή αγγλικός φιλελευθερισμός, ο οποίος  περιλαμβάνει τις ιδέες της ελευθερίας, της κοινότητας, της ισότητας και τη διακυβέρνηση υπό κοινοβουλευτική δημοκρατία, είναι ανάθεμα σε μια αληθινή Γερμανία, όπου η εξουσία πρέπει να ανήκει στο σύνολο, ο καθένας να έχει τη θέση του, και ο καθένας είτε ή διοικεί. Ο Oswald Spengler στα πρώτα του κείμενα υποστηρίζει πολλές από τις ιδέες που αποδέχονταν και οι Γερμανοί σοσιαλιστές της εποχής. Ο Arthur Moeller van den Bruck, ο προστάτης άγιος του εθνικοσοσιαλισμού, όπως τον αποκαλεί ο Χάγιεκ, ισχυριζόταν ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας πόλεμος μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού και ότι ο σοσιαλισμός έχασε. Όπως οι Plenge και Lensch, είδε τον εθνικοσοσιαλισμό ως ένα  σοσιαλισμό προσαρμοσμένο στο γερμανικό χαρακτήρα και αμόλυντο  από τις Δυτικές ιδέες του φιλελευθερισμού. Οι πολιτικές καταβολές του Μπενίτο Μουσολίνι  ήταν επίσης σοσιαλιστικές, αφού ήταν ηγέτης του PSI (Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) πριν ιδρύσει το πρώτο Εθνικό  Φασιστικό Κόμμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *