ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΗΣ:ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΦΩΣ

Οικονομία Ρεπορτάζ

Χρήστος Κεραμίδης:  « Ένα ποτάμι φως»

 

Ο υπολανθάνων, μα πάντα παρών, ρομαντισμός, η εικονοπλαστική δύναμη των λέξεων, το δέος μπροστά στο κάλλος και το υπέροχο συναίσθημα της νοσταλγίας από την αναπόληση του παρελθοντικού έρωτα, είναι μερικές από τις αρετές της καινούργιας ποιητικής συλλογής του βορειοελλαδίτη ποιητή Χρήστου Κεραμίδη   « Ένα ποτάμι φως» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Γιος προσφύγων από τον Πόντο ακροβατεί ανάμεσα στη νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες – τόσο μακρινές και τόσο μέσα του – και στην αγάπη για την πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει. Χωρίς περιττούς συμβολισμούς, με αρχέγονο, πηγαίο λυρισμό (δουλεμένο όμως καλά, όπως επιτάσσει η ειλικρίνεια της ποίησης) αποκαλύπτει τις μνήμες που αναβλύζουν ορμητικά από το συλλογικό υποσυνείδητο του ξεριζωμού. Γράφει:

΄΄ Κι ήταν η παλάμη της πατρίδας που μας πέταξε

σε τόπους ξένους κι αφιλόξενους

που δεν είχανε χώμα και γραφή.

Και μείναμε μόνοι μας εκεί.

Στ’ αγκυροβόλια του πιο αργού θανάτου΄΄.

Οι πρόγονοι νοηματοδοτούν το παρόν σαν ποτάμι που ρέει ορμητικό και καθάριο μέσα στη μνήμη και στις ζωντανές παραδόσεις. Στο ποίημα «Σέρρα» η παρουσία τους είναι καταλυτική:

΄΄Θυμήθηκε τη μάνα

και τον πατέρα του.

Κι ανασηκώθηκε!

Στης μνήμης τ’ απρόσιτα ύψη.

 

Και μ’ ένα χορό γιγάντιο

άγγιξε το πονεμένο στήθος

των εξόριστων βηματισμών΄΄.

Μοιάζει να κρατά βαθιά στο μάρσιπο της καρδιάς του το κλειδί του πατρογονικού σπιτιού που δεν γνώρισε ποτέ, σαν υπόσχεση ανέφικτης επιστροφής ή σαν ευλαβικό προσκύνημα που βρίσκει πικρή, μα τόσο απαραίτητη για τον ξεριζωμένο έκφραση, μέσα από τα βήματα του πανάρχαιου χορού. Βήματα που πατούν πάνω σε εκείνα του ανελέητου διωγμού. Το συναίσθημα δραπετεύει από το στενό ατομικό βίωμα και συναντά τη συλλογικότητα όπως διαφαίνεται καθαρά σε έναν από τους στοχασμούς του:

΄΄Κάθε που βραδιάζει αισθάνομαι μία ακατανίκητη επιθυμία να χορέψω με το φίλο μου ένα ποντιακό ομάλ κι ένα Αϊβαλιώτικο ζεϊμπέκικο.  Αυτός Μικρασιάτης, να κοιτά το Αϊβαλί κι εγώ – πιο μακριά, πολύ πιο μακριά – στο δακρυσμένο Πόντο΄΄.  Δεν θα μπορούσαν νομίζω οι παύλες στη συγκεκριμένη περίπτωση να πλαισιώσουν κάτι πιο δυνατό, πιο συγκλονιστικό από αυτό το  ΄΄πιο μακριά, πολύ πιο μακριά΄΄, δεικνύοντας έτσι πως η, ούτως ή άλλως, πεπερασμένη ικανότητα της όρασης δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην  ΄΄όραση΄΄ της αιμορραγούσας ψυχής.

Ξεχωριστή θέση στην ποιητική γραφή του Χρήστου Κεραμίδη κατέχει η Γυναίκα. Παρουσιάζεται ως μία αρχέγονη, αρχετυπική σχεδόν δύναμη, έτσι όπως την εντοπίζουμε στις μητριαρχικές κοινωνίες. Νικά, υποτασσόμενος στην υπεροχή της!  Γράφει:  «Ήμουν εκεί. Την είδα να ντύνεται το φως η μορφή της, να πετάγεται όρθια, πατώντας ανάλαφρα στην άκρη του θαλάσσιου βράχου. Συσπειρωμένη ορμητικά, έτοιμη για την επόμενη κίνηση. Ζωντανή κι αδίστακτα Ωραία».

Η γυναικεία ομορφιά τον  ΄΄εξοντώνει΄΄  κι είναι ευτυχής που ηττάται από έναν τέτοιο  ΄΄εχθρό΄΄.  Όπως κι ο Στρατής Μυριβήλης όταν περιγράφει τη Σαπφώ, τη  ΄΄Δασκάλα με τα χρυσά μάτια΄΄ ή ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όταν παραλληλίζει τη Μοσχούλα με  ΄΄ Όνειρο στο κύμα΄΄.  Το υγρό στοιχείο δεν είναι απλώς το φόντο που πλαισιώνει το ποθητό σώμα. Δημιουργεί συνειρμούς, εξυψώνει τη Γυναίκα σε θεϊκή, θαλάσσια οντότητα και λειτουργεί ενισχυτικά σε έναν συμπαγή αλλά ποτέ αδιάκριτο ερωτισμό. Στο ποίημά του  ΄΄ Έκσταση΄΄  διακρίνεται ανάγλυφα η ηφαιστειακή δύναμη του γυναικείου κάλλους, που σαν απαγορευμένος καρπός, ενοχικά σχεδόν, γίνεται  ΄΄αντικείμενο΄΄  παρακολούθησης, μπορεί κι εν αγνοία του (πληροφορία που αριστοτεχνικά αποσιωπάται, δίνοντας τροφή στη σκέψη του αναγνώστη):

΄΄  Άγγιξε τις όχθες

των ανάλαφρων βηματισμών.

 

Εκεί που το φως

αντιμάχονταν τη νύχτα,

με ατέλειωτες πομπές

από δαυλούς

και μουσικές παράξενες.

Εκεί που η δύναμη

του ανέμου

διασταύρωνε τα ρεύματα

στη δίνη του νερού.

 

Ήταν η ώρα που

πρότεινε τα θεϊκά της

στήθη

κι αναδύθηκε΄΄.

Αγγίζει τις όχθες που δέχτηκαν τα βήματά της ∙ υποκατάστατο ενός άλλου αγγίγματος. Και το τοπίο, στο μεταίχμιο της μέρας που θα γίνει νύχτα, δημιουργεί περισσότερες οπτικές εκκρεμότητες, παρά αποκαλύπτει. Το σούρουπο αναδεικνύεται σύμμαχος του βλέμματος. Κι ο ποιητής αγγίζει με τα μάτια!  Όπως κι ο ήρωας στη συλλογή διηγημάτων  «Ένας Αόριστος Άνθρωπος» του Σπύρου Βρεττού που ομολογεί:  ΄΄Στα μάτια είναι η αφή. Κι εγώ το πάλευα τόσο καιρό με χέρια΄΄.

Παρ’ ότι όμως παραμένει εκστατικός μπροστά στο κάλλος, καταφέρνει να αντιληφθεί την τραγωδία που το συνοδεύει: η αισθητική (εξωτερική) απόλαυση δεν αφήνει περιθώρια για αναζήτηση της εσωτερικής ομορφιάς. Γράφει:  ΄΄Πώς μπορείς να κοιτάξεις μια Θεά;  Όταν την κρύβει η ομορφιά της!΄΄

Ο Χρήστος Κεραμίδης γεφυρώνει αριστοτεχνικά το χάσμα ανάμεσα στα χοϊκά και στα πνευματικά, αρετή που γίνεται αμέσως αντιληπτή στις περιγραφές της φύσης, η οποία δεν παρουσιάζεται ως πεζό, φωτογραφικό στιγμιότυπο, κατάλληλο ίσως για καρτποστάλ.  Η ομορφιά του τοπίου εμψυχώνεται κι εξυψώνεται έτσι σε Ιδέα. Η επίγνωση επίσης της αδιατάρακτης συνέχειας από το αρχαίο παρελθόν στο σήμερα τον καθοδηγεί και τον συγκλονίζει. Βλέπει τα  ΄΄Αρχαία ψηφιδωτά πάνω σε δρόμους που κατανοούν των ναυτικών τα βήματα΄΄.

Βλέπει, δεν κοιτάζει, αντιλαμβανόμενος την άβυσσο που χωρίζει τα δύο αυτά ρήματα και που πρώτος την εντόπισε ο Γιώργης Παυλόπουλος. Βλέπει γι’ αυτό και γράφει:

΄΄ Το βλέμμα μου δεν αντέχει την ομορφιά.

Μετεωρίζεται

στα κάθετα γκρέμια της καλντέρας

και στις βουκαμβίλιες που ερωτοτροπούν

με των σπιτιών τη σεπτή επιφάνεια΄΄.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός πως στους στίχους αυτούς από το ποίημα ΄΄Σαντορίνη΄΄, χωρίς να γίνεται καμία λεκτική αναφορά σε χρώματα, αυτά κυριαρχούν. Το καφέ του γκρεμού και το μπλε της θάλασσας στην οποία καταλήγει. Μα πιο συγκλονιστικά, το κόκκινο της βουκαμβίλιας, του πόθου και του πάθους (ανέκαθεν θεωρούσα ότι η ομοιότητα των δύο αυτών λέξεων δεν είναι τυχαία) που πολιορκεί ερωτικά το αγνό λευκό των σπιτιών. Ο πειρασμός κι η αγνότητα. Η αιώνια πάλη δοσμένη όχι μέσω αυτών που γράφει, αλλά κυρίως μέσω αυτών που αποσιωπά!

Η ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να νοηματοδοτείται από το πιο απλά και γι’ αυτό ωραία, μα και τόσο δυσπρόσιτα, στοιχεία της ζωής. Η απλότητα αυτή μετακυλίεται και στο στίχο επιτυγχάνοντας την περιγραφή της ομορφιάς της Φύσης που ξεκινά ως επίγεια και παροντική κι εκτινάσσεται σε μεταφυσική κι αιώνια.

Θα ήμουν ευτυχής αν κέρδιζα το ψωμί μου

μαζεύοντας την αρχαία ρίγανη,

εκεί που τελειώνουν οι λίμνες

του καθάριου νερού,

στα βουνά τ’ απόκρημνα

της Σαμοθράκης΄΄.

Βαθύς και γνήσιος ανθρωπισμός πλημμυρίζει επίσης τη σκέψη του ποιητή. Η αγάπη για τον πάσχοντα άνθρωπο, η επιθυμία για απροϋπόθετη εμπιστοσύνη, η εύθραυστη αξιοπρέπεια κι η θρεπτική, σε ορισμένες περιπτώσεις, μοναξιά, είναι στοιχεία που αγγίζουν άμεσα τον αναγνώστη.

΄΄ Πάνω στο απάτητο χιόνι

έμειναν τα βήματα

του επαίτη

που χτύπησε μιαν αφιλόξενη

πόρτα

κι απομακρύνθηκε΄΄.

Πόσο δυνατά εξαίρεται η ανθρωπιά μέσα από ένα περιστατικό ματαίωσής της!  Και στο ποίημα ΄΄Αετοί΄΄ πάλι μέσα από μία φαινομενική αντίφαση περιγράφει τη δύναμη της μοναχικής αντίστασης.

΄΄Στις θύελλες οι αετοί

δεν φεύγουν στις φωλιές τους.

Πετούν απ’ τις σπηλιές των βράχων

κι ανυψώνονται.

Χιμούν πάνω στα μαύρα

σύννεφα

και τα διαπερνούν.

Φθάνουν στους αιθέρες

τ’ ουρανού

και με το φως του ήλιου λούζονται΄΄.

Δεν επιλέγει το δρόμο του κυνικού Διογένη. Δεν ασκητεύει, δεν παραιτείται από την πίστη στην αγάπη. Αντίθετα προτιμά τη συνειδητή στράτευση στον αγώνα υπέρ της καλοσύνης και της προσφοράς, κι αποζητά με παιδική αγνότητα κι εφηβικό αυθορμητισμό την Αριστοτελική συμπόρευση με τον άλλο Άνθρωπο επειδή ακριβώς κατανοεί πως: ΄΄Το μόνο αληθινό μερίδιο της ζωής μας είναι εκείνο που χαρίσαμε΄΄.  Θωρακισμένος με τα ανώτερα ουμανιστικά ιδεώδη (όχι από ηττοπαθή απόγνωση αλλά από ξεχείλισμα γενναιοδωρίας) με ανωτερότητα αναφωνεί:  ΄΄Πείτε μου ένα όμορφο ψέμα και θα το πιστέψω΄΄.  Την ίδια στιγμή βέβαια ο ποιητής Χρήστος Κεραμίδης αναδεικνύει μέσα από τους στίχους του μόνο αλήθειες. Κι αυτό ίσως είναι η μεγαλύτερη αρετή όχι μόνο στην τέχνη του στίχου αλλά στην Τέχνη γενικότερα.

 

 

[Ο Χρήστος Κεραμίδης γεννήθηκε στην Καβάλα από γονείς πρόσφυγες του Πόντου. Τελείωσε την Αριστοτέλειο Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και έχει εκδόσει πέντε ποιητικές συλλογές. Τους Ταξιδευτές  (1995), το Στα πέλαγα του ονείρου  (1996), τους Δρόμους της βροχής (1998), την Τελευταία Υπόσχεση (2001) και τον Αύγουστο που περιμένω (2017)].

 

 

 

Νικολέττα Κατσιδήμα Λάγιου

                 Ποιήτρια – Φιλόλογος

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *